Στό ἑλληνικό θέατρο, πέραν τῆς ἐπονειδίστου δολοφονίας τῆς Ἑλένης Παπαδάκη, μεγάλες καλλιτεχνικές μορφές, ὅπως ἡ βενιζελική Κυβέλη καί ἡ βασιλόφρων Κοτοπούλη, προεκάλεσαν «χουλιγκανικοῦ τύπου» ἐπεισόδια μέ εὐρεῖες ὁδομαχίες, ὅπου… ὀπαδοί τους ἀντιπαρετίθεντο στούς δρόμους τῆς πρωτευούσης μέ συμπλοκές καί πέτρες.
Καί, φυσικά, στίς ἐποχές πού ἠκολούθησαν, οἱ «ἀντιδικίες» ἐσυνεχίσθησαν μέ δηλώσεις καί ἀντιπαραθέσεις τῶν ἐπιγόνων τους!
Ἔκπληξη προεκάλεσαν τά σχόλια στά μέσα μαζικῆς δικτυώσεως πού σέ μία ὁμοθυμία ἀπόψεων ἀνεφέροντο στήν ἔλλειψη ἀνταγωνισμοῦ καί οἰήσεως τῆς Μάρως Κοντοῦ, στήν χώρα τῶν θεατρικῶν ἀντιπαλοτήτων, ὅπου ἀκόμη καί τηλεοπτικοί ἐποχικοί ρολίστες αὐτοανεκηρύσσοντο διάδοχοι τῆς… Βλαχοπούλου ἤ, συνήθως, τοῦ Χόρν!
Στήν χώρα ὅπου ὅλοι φαντασιώνονται τό μέγιστο, ἐπική ὑπῆρξε ἡ ἀντιπαλότης ἀνάμεσα στήν Μαρίκα Κοτοπούλη καί τήν Κυβέλη στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Ὁμιλοῦμε γιά δύο ἱέρειες τοῦ ἑλληνικοῦ θεάτρου πού ἐκπροσωποῦσαν διαφορετικές σχολές, ἀφοῦ ἡ Κοτοπούλη ἦταν τό σύμβολο τοῦ δραματικοῦ καί τοῦ ἀνατρεπτικοῦ, ἐνῷ ἡ Κυβέλη τοῦ κλασσικοῦ, ρομαντικοῦ καί ἀστικοῦ θεάτρου. Ἡ ἐναντίωσις ἔλαβε τέτοιες διαστάσεις πού, ἄν καί ἔτρεφαν βαθύ ἀμοιβαῖο σεβασμό, καί μάλιστα συνηργάσθησαν τήν περίοδο 1932-1934, τό θεατρόφιλο κοινό διεσπάσθη.
Ἀλέξης Μινωτῆς καί Κάρολος Κούν, μεγέθη μέ διαφορετικές προσεγγίσεις στήν ὑποκριτική καί τήν σκηνοθεσία, πού διεχώρισαν τό κλασσικό ἀπό τό σύγχρονο λαϊκό θέατρο, ἐνετάχθησαν στήν παράδοση τῶν μεγάλων μεγεθῶν. Καί στόν χῶρο τῆς σοβαρᾶς μουσικῆς Δημήτριος Μητρόπουλος καί Σπυρίδων Σαμάρας δέν ἀπέφυγαν τήν ἀντιπαράθεση, μέ τόν Μητρόπουλο νά φέρει τήν πρωτοπορία.
Ἡ ἱστορία τῶν καλλιτεχνικῶν ἀνταγωνισμῶν στήν Ἑλλάδα ἐκτείνεται ἀπό τό κλασσικό θέατρο καί τήν ἐπιθεώρηση μέχρι τόν κινηματογράφο καί τό τραγούδι. Γιά τό κοινό, ἡ μή ὑπαρκτή ἀντίθεσις Ἀλίκης Βουγιουκλάκη καί Τζένης Καρέζη ἀπετέλεσε τήν πλέον διάσημο «κόντρα» στήν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ θεάματος. Τά μέσα τῆς ἐποχῆς καλλιεργοῦσαν ἕναν μῦθο ἀκραίας ἀντιπαλότητος, διαχωρίζοντας τό κοινό σέ θιασῶτες «ξανθιᾶς» καί θιασῶτες «μελαχρινῆς», παρά τό γεγονός ὅτι οἱ πρωταγωνίστριες διατηροῦσαν ἄριστες προσωπικές σχέσεις, μέ τόν ἀνταγωνισμό τους νά εἶναι μόνον ἐμπορικός, μέ τίς δύο στάρ νά διεκδικοῦν τά πρωτεῖα στίς εἰσπράξεις τοῦ κινηματογράφου καί τῶν θεατρικῶν τους σχημάτων.
Μᾶνος Κατράκης καί Δημήτρης Χόρν διακατείχοντο ἀπό ἄτυπο, βαθεῖα καλλιτεχνική ἀντιπαράθεση γιά τό ποιός κατέχει τά σκῆπτρα τοῦ κορυφαίου Ἕλληνος ἠθοποιοῦ. Ὁ Κατράκης ἐκπροσωποῦσε τό δωρικό, λαϊκό καί ἐπιβλητικό θέατρο, ἐνῷ ὁ Χόρν τήν ἀπόλυτο ἀστική κομψότητα, τό πνευματῶδες χιοῦμορ καί τήν ἑρμηνευτική λεπτότητα. Ἀλλά καί οἱ σπουδαῖοι κωμικοί πού ἐμεσουράνησαν στήν ἐπιθεώρηση, ὁ Βασίλης Αὐλωνίτης καί ὁ Νῖκος Σταυρίδης, διεγκωνίζοντο κυρίως γιά τήν σειρά ἐμφανίσεως στήν προθήκη τῶν θεάτρων, ἀλλά καί γιά τό ποιός θά ἔλεγε τήν τελευταία φράση πού θά ἐκέρδιζε τίς ἐντυπώσεις καί τό γέλιο στό κοινό.
Ἡ μεγάλη μουσική ἀντιπαράθεσις, πού ἔλαβε χαρακτῆρα πολιτικῆς ταυτότητος γιά τούς ὑποστηρικτές τους, ἦταν αὐτή τοῦ Μάνου Χατζιδάκι μέ τόν Μίκη Θεοδωράκη, κυρίως, γιά θέματα ἐνορχηστρωτικῆς προσεγγίσεως, πού προσέθεσε ὅμως καί ὠφέλησε τόν ἑλληνικό πολιτισμό. Δέν ὑπῆρχε βεβαίως –καί τό καταθέτουμε ὡς προσωπική μαρτυρία– καμμία προσωπική ἐχθρότης, ἀλλά μιά βαθεῖα ἰδεολογική καί αἰσθητική διαφωνία γιά τήν προσέγγιση τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς. Ὁ Θεοδωράκης ἐπέλεξε τόν μαζικό, ἐπικό καί πολιτικοποιημένο ἦχο γιά τά στάδια, ἐνῷ ὁ Χατζιδάκις ἑστίασε στήν ἐσωτερικότητα, τήν ἀριστοκρατική λεπτομέρεια καί τό λόγιο ἀποτέλεσμα. Ἠκολούθησε ἡ διάστασις τῶν ἀκροατῶν μέ ἀναφορές προτιμήσεως στόν Στέλιο Καζαντζίδη καί τόν Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ὁ διαχωρισμός τοῦ λαϊκοῦ κοινοῦ τίς δεκαετίες τοῦ 1950 καί τοῦ 1960 ἦτο ἀπόλυτος. Ὁ Καζαντζίδης ἦταν ὁ ἐκφραστής τῆς βιουμένης προσωπικῆς ὀδύνης, τῆς μεταναστεύσεως καί τῆς ἐργατικῆς βασάνου, ἐνῷ ὁ Μπιθικώτσης, τοῦ «Ἄξιον Ἐστί», ἔγινε ὁ ἑρμηνευτής τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀναγεννήσεως καί τοῦ ἐντέχνου λαϊκοῦ, καταγραφόμενος ὡς φορεύς… ἀστισμοῦ!
Καί στήν ψυχαγωγική ἔκφραση, ὅμως, ἀντιπαρετέθησαν Ἄννα Βίσση καί Δέσποινα Βανδῆ, στήν μεγαλυτέρα πόπ ἀναμέτρηση τῶν δεκαετιῶν 1990 καί 2000. Ἑταιρεῖες καί περιοδικά ποικίλης ὕλης τροφοδοτοῦσαν διαρκῶς τήν σύγκριση γιά τά ἐξώφυλλα, τίς ἐπιτυχίες καί τίς πίστες. Ἡ ἀντιπαράθεσις ἔληξε θεαματικῶς μέ τήν κοινή τους ἐμφάνιση στήν τηλεόραση τό 2020. Στόν σκληρό «ἐμφύλιο» ἀνάμεσα στήν Ἐπίδαυρο ἤ τά Ἐθνικά Θέατρα ἔναντι τοῦ Ἐλευθέρου Θέατρου, γιά δεκαετίες ὑπῆρχε μέγας ἀνταγωνισμός γιά τό ποιοί ἐκπροσωποῦσαν τήν πρωτοκαθεδρία στό ἱερό λογεῖο τῆς Ἐπιδαύρου. Τό Ἐθνικό Θέατρο καί τό Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κούν ἐθεωροῦντο οἱ «θεματοφύλακες» τοῦ ἀρχαίου δράματος, ἀποκλείοντας γιά ἔτη ἐμπορικούς ἠθοποιούς ἤ πλέον πειραματικές ὁμάδες, γεγονός πού προκαλοῦσε τεράστιες δημόσιες διαμάχες στίς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Τελικῶς, ἐπί τῶν ἡμερῶν μας οἱ πειραματιστές-δικαιωματιστές ἔλαβαν, δυστυχῶς, τήν ἐκδίκησή τους!
Νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ μεγάλες καλλιτεχνικές κόντρες συχνά ἀπέκρυπταν πολιτικά πάθη, μυστικές συμφωνίες, ἐμπορικά παιγνίδια καί ἀκραῖο ἀνθρώπινο δρᾶμα. Ἡ ὀξεῖα ἀντιπαράθεσις Μαρίκας Κοτοπούλη καί Κυβέλης ἔλαβε… πολιτικά χαρακτηριστικά. Τήν περίοδο τοῦ Ἐθνικοῦ Διχασμοῦ, ἡ Ἑλλάς διεχωρίσθη, καί τό ἴδιο συνέβη καί στό θέατρο. Ἡ Κυβέλη ἦταν ἡ ἀπόλυτος μοῦσα τῶν Βενιζελικῶν καί ὑπανδρεύθη ἀργότερα τόν Γεώργιο Παπανδρέου, ἐνῷ ἡ Κοτοπούλη ἦταν φανατική βασιλόφρων. Κοτοπουλικοί καί Κυβελικοί μετά τό τέλος τῶν παραστάσεων προέβαιναν συχνότατα σέ «χουλιγκανικοῦ τύπου» ἐπεισόδια μέ εὐρεῖες ὁδομαχίες, ὅπου ἀντιπαρετίθεντο στούς δρόμους τῆς πρωτευούσης μέ συμπλοκές καί πέτρες. Κατά τήν μυστική συμφωνία πού ἠκολούθησε τό 1932, ὅταν ἔλαβαν τήν ἀπόφαση νά συνεργασθοῦν γιά νά μήν μειωθεῖ καμμία, ὑπέγραψαν συμβόλαιο πού ὅριζε ὅτι τά ὀνόματά τους στήν μαρκίζα θά ἤλλαζαν σειρά κάθε βράδυ: τήν μία ἡμέρα «Κυβέλη – Κοτοπούλη», τήν ἑπομένη «Κοτοπούλη – Κυβέλη».
Μᾶνος Χατζιδάκις – Μίκης Θεοδωράκης
Γιά νά ἐπανέλθουμε στήν ἄλλη μεγάλη, μουσικοῦ χαρακτῆρος, διαμάχη, τό 1960 ξέσπασε ὁ λεγόμενος «Πόλεμος τοῦ Ἐπιταφίου», μέ ἀφορμή τό ἐμβληματικό ποίημα τοῦ Γιάννη Ρίτσου πού ἐμελοποίησε ὁ Θεοδωράκης. Ὁ Χατζιδάκις ἐνορχήστρωσε πρῶτος τόν «Ἐπιτάφιο» μέ τήν λόγια φωνή τῆς Νάνας Μούσχουρη καί μέ τραγικά ἐμπορικά ἀποτελέσματα. Ὁ Θεοδωράκης, ὀργισθείς, ἔκανε τήν δική του ἠχογράφηση μέ τόν Γρηγόρη Μπιθικώτση, προσθέτων μπουζούκι, φέρνοντας τό ἔργο στούς δρόμους καί τίς παραγκουπόλεις. Ἡ συμφιλίωσις ἐπῆλθε ἕνα ἔτος μετά, ὅταν ἀνέβησαν μαζί στήν σκηνή τοῦ θεάτρου «Κεντρικόν», ὁ Χατζιδάκις ἐκάθισε στό πιάνο γιά νά ἀποδώσει τά τραγούδια τοῦ Μίκη, ἐναγκαλίσθησαν στά καμαρίνια καί ἔκλαψαν.
Ἀλέξης Μινωτῆς – Κάρολος Κούν
Στήν ἰδεολογική σύγκρουση γιά τήν Ἐπίδαυρο, ὁ Μινωτῆς, ὡς διευθυντής τοῦ Ἐθνικοῦ, ἐπίστευε ὅτι τό ἀρχαῖο δρᾶμα ἀπαιτεῖ ἀριστοκρατική αὐστηρότητα καί στόμφο. Ὁ Κούν, ἱδρυτής τοῦ Θεάτρου Τέχνης, ἔφερε στήν Ἐπίδαυρο τούς «Ὄρνιθες» (1959) μέ λαϊκά στοιχεῖα, μουσική Χατζιδάκι καί χορογραφίες πού ἐθεωρήθησαν «σκανδαλώδεις». Ὁ Μινωτῆς ἐχρησιμοποίησε ὅλη τήν ἐπιρροή του γιά νά σταματήσει τίς παραστάσεις τοῦ Κούν, κατηγορῶντας τον γιά «βεβήλωση» τῶν ἀρχαίων κειμένων. Οἱ ἠθοποιοί καί ἡ Τέχνη ἐπλήρωσαν τό τίμημα, ἀφοῦ ὅποιος ἠργάζετο γιά τόν Κούν ἀπεπέμπετο ἀπό τό Ἐθνικό. Ἡ ἀντιπαλότης ἐσυνεχίσθη μέ παραστάσεις ξένων καί Ἑλλήνων σκηνοθετῶν, ὅπως τοῦ Φράνκο Καστελλούτσι ἤ, παλαιότερα, τοῦ Γιώργου Λούκου καί τῆς Λένας Κιτσοπούλου, οἱ ὁποῖοι ἀπεδόμησαν πλήρως τά ἀρχαῖα κείμενα, εἰσάγοντες στήν σκηνή σύγχρονα στοιχεῖα, πόπ μουσική, ἀκραῖο αὐτοσχεδιασμό, μέ τό κοινό νά ἀποδοκιμάζει στίς κερκίδες, ἐνῷ παλαιότεροι, παραδοσιακοί ἠθοποιοί ἠρνοῦντο νά παρακολουθήσουν τό Φεστιβάλ Ἐπιδαύρου, κατηγορῶντας τίς διοικήσεις γιά «ξεπούλημα τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς», χάριν τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ.
Ἑλένη Παπαδάκη – Μαρίκα Κοτοπούλη
Ἔχουμε ἀναφερθεῖ παλαιότερα στήν τραγική κατάληξη τῆς Ἑλένης Παπαδάκη. Σημειώνουμε ὅμως ὅτι ἡ Μαρίκα Κοτοπούλη ἦταν αὐτοδημιούργητος καί πρακτική, μέ πηγαῖο, ἐνστικτῶδες ταλέντο καί τεράστια ἐπιρροή στά καλλιτεχνικά καί πολιτικά δρώμενα. Ἡ Παπαδάκη ἦταν γόνος ἀστικῆς οἰκογενείας, μέ παιδεία, ἐνῷ τήν διακατεῖχε ἀριστοκρατική αὔρα. Ἡ Κοτοπούλη ἠσθάνθη τήν ἀπειλή ὅταν ἡ γοητευτική Παπαδάκη ἠθέλησε νά παίξει στόν θίασό της, καί ἡ Μαρίκα, διακρίνουσα τό ταλέντο της, τήν ἀπέρριψε εἰρωνευομένη, λέγοντάς της ὅτι δέν κάνει γιά τό θέατρο, προτρέποντάς την νά ὑπανδρευθεῖ. Ἡ Κοτοπούλη, βλέποντας τήν Παπαδάκη νά ἀποθεώνεται ἀπό τούς κριτικούς γιά τήν ἑρμηνεία της στήν ἀρχαία τραγωδία, τήν ἀποκαλοῦσε εἰρωνικῶς «ἡ διανοούμενη» ἤ «ἡ δασκάλα», ἀμφισβητοῦσα τό λαϊκό της ἔρεισμα.
Ἐπίσης, ἡ σχέσις τῆς Κατίνας Παξινοῦ μέ τήν Ἑλένη Παπαδάκη ἀπετέλεσε ἀκόμη ἕνα παρασκήνιο, πού ἔγεμε ζηλοφθονίας. Ἡ Παπαδάκη θεωροῦσε ὅτι ἡ Παξινοῦ, μαζί μέ τόν σύντροφό της Ἀλέξη Μινωτῆ, χρησιμοποιοῦσε τήν ἐπιρροή της στήν διοίκηση γιά νά ὑφαρπάζει τούς καλυτέρους ρόλους στό ἀρχαῖο δρᾶμα καί τό κλασσικό ρεπερτόριο. Σέ περιοδεία τοῦ Ἐθνικοῦ στήν Ἀγγλία τό 1939, ἡ Παπαδάκη ἔγραφε σέ ἐπιστολή πρός φίλη της πώς «δέ φαντάζεσαι πόσο καλλιεργημένο εἶναι τό ἔδαφος ἀπό τήν Κατίνα γιά τήν Κατίνα… Ἡ κατάστασις πάντοτε ἀηδής». Ἡ σύγκρουσις ἀπετυπώθη καί σέ χιουμοριστικά στιχάκια τῆς ἐποχῆς. Σέ θεατρικό περιοδικό ἐγράφη χαρακτηριστικῶς: «Ὁ Ἅγιος μας Βασίλης φέτος δώρισε στήν Παξινοῦ τή συμπάθεια τοῦ κοινοῦ, κάποιο παιδικό πορτραῖτο τῆς Ἑλένης Παπαδάκη, κι εἶπε ἡ Παξινοῦ μέ πάθος λίγα λόγια χειμαρρώδη: “Εἶνε νόστιμο παιδάκι, μά θά μ᾿ ἄρεσε ἄν γεννιόταν ἐπί βασιλέως Ἡρώδη!”».
Ὁ Μᾶνος Ἐλευθερίου κατέγραψε ὅτι τό μαρτυρικό, φρικῶδες τέλος τῆς Παπαδάκη δέν ἦταν συνωμοσία τῆς Κοτοπούλη, ἀλλά προϊόν τῆς συλλογικῆς δειλίας τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ἠθοποιῶν καί τῆς Κοτοπούλη ἔναντι τοῦ ΚΚΕ. Οὕτως ἤ ἄλλως, τήν «λύση» ἔδωσαν ἡ Ὀργάνωσις Προστασίας Λαϊκοῦ Ἀγῶνος (ΟΠΛΑ) καί τό ΕΑΜ, μέ τόν διαμελισμό κ.λπ. τῆς πρωταγωνιστρίας στήν Οὖλεν, στό Γαλάτσι.
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ Ο ΣΜΑΡΑΓΔΗΣ, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΜΑΣ… ΑΛΛΟΘΙ!
Διαρκῶς νέες κριτικές, ἀντικρουόμενες ἤ μή, ἀκούονται γιά τήν «Ὀδύσσεια» τοῦ Νόλαν. Ἄς μήν κάνουμε ἀναδρομή σέ παλαιότερες ὑπερπαραγωγές
τοῦ Χόλλυγουντ. Τούς «300», τήν «Τροία», τήν «Τιτανομαχία» κ.ἄ. Οἱ κριτικές –συνήθως ὑποτιμητικές, πολλές φορές ὑπερλεπτομερεῖς– στοχεύουν στήν ἀπομυθοποίηση ἑκάστης προσεγγίσεως, λές καί ἡ παγκόσμιος πρωτεύουσα τοῦ κινηματογράφου διοικεῖται ἀπό ἱστορικούς καί ἀρχαιολόγους! Μόνον πού κάτι διαφεύγει ἀπό ὅσους Ἕλληνες κριτικούς καί σκηνοθέτες ἀναρτοῦν λιβέλλους κατά τῶν Ἀμερικανῶν παραγωγῶν καί ἄλλων συντελεστῶν.
Ἐνῷ εὐκόλως καί προδήλως ἀπολαμβάνουν νά κατακεραυνώνουν τούς ἀσχέτους μέ τήν Ἑλληνική Μυθολογία δημιουργούς, δέν ἔχουν προβεῖ σχεδόν ποτέ σέ σχολιασμό, παρατήρηση, ὑπόμνηση, κριτική στό γεγονός ὅτι οἱ ἐδῶ κινηματογραφιστές ἀρνοῦνται νά συμπεριλάβουν μυθολογικά ἤ ἱστορικά θέματα στίς παραγωγές τους. Οἱ χρηματοδοτήσεις ἦταν καί εἶναι πολλές, ἀλλά οὐδείς ἀσχολεῖται μέ τήν… ταμπακιέρα, ἐν προκειμένῳ τήν κάμερα. Ἐπιδοτήσεις, βραβεύσεις γιά σενάρια σέ φεστιβάλ καί θεσμούς, οὐκ ὀλίγες. Ἐν τοῖς πράγμασι, νά εἶναι καλά ὁ… Σμαραγδῆς. Ἡ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος. Τό ἐθνικό μας ἄλλοθι!

