Γιά τά πειθαρχικά τῶν δικαστῶν – Καταδίκασε τήν Ἑλλάδα σέ πρόστιμο γιά τρίμηνη παύση Ἐφέτη!
Γιά πρώτη φορά στά δικαστικά χρονικά, τό Στρασβοῦργο παρεμβαίνει εὐθέως στά ἐσωτερικά τῆς ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης βάζοντας στό μικροσκόπιο τίς πειθαρχικές διαδικασίες καί τήν νοοτροπία τῆς «σιωπῆς» πού προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει ἡ ἡγεσία τῆς Δικαιοσύνης στούς δικαστικούς λειτουργούς.
Τήν ἱστορική αὐτή τομή, πού ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τά μέχρι σήμερα δεδομένα τῆς ἑλληνικῆς ἔννομης τάξης, σηματοδοτεῖ ἡ πρόσφατη ὁμόφωνη ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΔΔΑ) σέ ὑπόθεση ἀνώτατου δικαστῆ κατά τῆς Ἑλλάδας.
- Tῆς ΜΑΙΡΗΣ ΜΠΕΝΕΑ
Παράλληλα, ἡ ἀπόφαση τοῦ ΕΔΔΑ δημιουργεῖ ἕνα ἐξαιρετικά σημαντικό δεδικασμένο γιά ὁλόκληρη τήν Εὐρώπη, ὑπογραμμίζοντας ὅτι οἱ δικαστές δέν ὑποχρεοῦνται σέ σιωπή, ὅταν θίγεται ἡ ἐπαγγελματική καί προσωπική τους ἀξιοπρέπεια.
Ἡ ὑπόθεση ἀφορᾶ τήν ἀπόφαση τοῦ ΕΔΔΑ «Ἀλέξανδρος Σάββας κατά Ἑλλάδας, 08.09.2026 (ἀριθ. αἴτησης 27153/20)» καί τήν καταδίκη τῆς χώρας μας γιά παραβίαση τοῦ Ἄρθρου 10 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Σύμβασης Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΣΔΑ), σχετικά μέ τήν ἐπιβολή πειθαρχικῆς ποινῆς τριῶν μηνῶν προσωρινῆς παύσης στόν Πρόεδρο Ἐφετῶν Ἀλέξανδρο Σάββα, γιά «ἀνάρμοστη συμπεριφορά ἐντός καί ἐκτός ὑπηρεσίας».
Ὁ ἀνώτατος δικαστής, μέ μακρά καί εὐδόκιμη θητεία, κρίθηκε ἀρνητικά γιά προαγωγή στόν βαθμό τοῦ Ἀρεοπαγίτη ἀπό τό Ἀνώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Θεωρῶντας τήν κρίση αὐτή ἄδικη καί μεροληπτική, ὁ δικαστής ἐπέλεξε μιά θεσμική ἀλλά δυναμική ὁδό ἀντίδρασης: Ἔστειλε τρεῖς ἐξωδικαστικές δηλώσεις (ἐξώδικα), οἱ ὁποῖες ἐπιδόθηκαν ἀπό δικαστικό ἐπιμελητή, μέ εἰδοποίηση πρός τόν ὑπουργό Δικαιοσύνης, σέ δικαστές πού εἶχαν ἐκφράσει ἀρνητικές ἀξιολογήσεις κατά τήν διαδικασία προαγωγῆς του, ἀλλά καί γιά πληροφορίες πού οἱ δικαστές αὐτοί εἶχαν διαβιβάσει στήν Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου.
Ἡ ἀντίδραση τῆς ἡγεσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦταν ἀκαριαία καί τιμωρητική. Τό ἁρμόδιο πειθαρχικό ὄργανο τοῦ ἐπέβαλε τήν ἐξοντωτική ποινή τῆς τρίμηνης προσωρινῆς παύσης μέ ταυτόχρονη στέρηση ἀποδοχῶν, κρίνοντας ὅτι ἡ συμπεριφορά του ἔπληξε τό κῦρος τῆς Δικαιοσύνης καί παραβίασε τό καθῆκον εὐπρέπειας.
Ἡ ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε στίς 8 Σεπτεμβρίου, ἔκρινε ὁμόφωνα ὅτι ὑπῆρξε παραβίαση τοῦ Ἄρθρου 10 τῆς ΕΣΔΑ (ἐλευθερία τῆς ἔκφρασης), κρίνοντας τήν πειθαρχική ποινή ὡς δυσανάλογη καί ἀναίτια κατασταλτική γιά ἕναν δικαστή πού ἀμυνόταν ἰδιωτικά καί θεσμικά γιά τήν φήμη του.
Μάλιστα, τό δικαστήριο ἐπιδίκασε ὑπέρ τοῦ Ἕλληνα δικαστικοῦ λειτουργοῦ ποσόν 5.211,15 εὐρώ γιά τήν οἰκονομική ζημία πού ὑπέστη, καθώς κρίθηκε ὅτι στερήθηκε παράνομα τίς ἀποδοχές του κατά τήν διάρκεια τῆς τρίμηνης ἀναστολῆς τῶν καθηκόντων του, ἐνῷ ἐπί πλέον ἐπέβαλε στήν χώρα μας 6.000 εὐρώ γιά τήν ἠθική βλάβη πού ὑπέστη ὁ Πρόεδρος Ἐφετῶν καί 1.000 εὐρώ γιά τά δικαστικά του ἔξοδα καί τίς δαπάνες τῆς διαδικασίας.
Στό ἱστορικό τῆς ἀπόφασης τοῦ ΕΔΔΑ ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι ὁ αἰτῶν Ἕλληνας δικαστής, γεννημένος τό 1954 καί κάτοικος τῆς Ἀθήνας, δέν προήχθη τό 2018 στόν Ἄρειο Πάγο, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἡ συμπεριφορά του πρός συναδέλφους καί δικαστικούς ὑπαλλήλους ἦταν ἀκατάλληλη. Κατά τήν ἀκροαματική διαδικασία τῆς ἔφεσής του ἐνώπιον τῆς Ὁλομέλειας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀρκετά μέλη τῆς Ὁλομέλειας ἐξέφρασαν ἀπόψεις σχετικά μέ τήν ἐπαγγελματική του συμπεριφορά καί τήν ἀπόδοσή του.
Στίς 14 Μαΐου 2018, τό Ἀνώτατο Δικαστικό Συμβούλιο τοῦ Ἀρείου Πάγου συνεδρίασε, γιά νά καλύψει 18 κενές θέσεις δικαστῶν στό Ἀκυρωτικό Δικαστήριο. Μέ τήν ἀπόφαση ἀριθ. 71/2018, ἀποφάσισε κατά πλειοψηφία νά μήν τόν προαγάγει, θεωρῶντας ὅτι, ἄν καί ἡ ἐπαγγελματική του ἀπόδοση δέν ἦταν ἐλλιπής, ἡ συμπεριφορά του πρός τούς συναδέλφους καί τούς δικαστικούς ὑπαλλήλους ἦταν ἀκατάλληλη καί εἶχε προκαλέσει προβλήματα στήν ἀπονομή τῆς Δικαιοσύνης. Στίς 21 Μαΐου 2018, ὁ αἰτῶν ἄσκησε ἔφεση στήν Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατά τήν ἀκροαματική διαδικασία τῆς 18ης Ἰουνίου 2018, ὁ εἰσηγητής δικαστής, ἐνῷ σημείωσε ὅτι ὁ αἰτῶν δέν εἶχε ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις καί ἐξέδωσε τίς ἀποφάσεις του ἐγκαίρως, πρότεινε τήν ἀπόρριψη τῆς ἔφεσης καί πρόσθεσε ὅτι ἦταν ἐπιμελής καί ἐργατικός, ἀλλά δέν ξεχώριζε γιά τήν ποιότητα τῆς ἐργασίας του.
Μία δικαστής δήλωσε ὅτι εἶχε «ἐξοργιστεῖ» ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ αἰτοῦντος σέ ἐργατικές διαφορές, ἐνῷ ἄλλο μέλος πρόσθεσε ὅτι οἱ ἀποφάσεις τοῦ αἰτοῦντος δέν φάνηκαν κατάλληλες κατά τήν ἀναθεώρηση ἀπό τό Ἀκυρωτικό Δικαστήριο. Ἡ δικαστής μετέφερε πληροφορίες ἀπό τόν Πρόεδρο τοῦ Ἐφετείου, ὅτι ὁ αἰτῶν συνήθιζε νά συντάσσει τόσο τίς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας ὅσο καί τίς ἀπόψεις τῆς μειοψηφίας καί δέν ἐπέτρεπε στούς συναδέλφους του νά συντάσσουν τίς δικές τους ἀπόψεις διαφωνίας.
Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρώην Ἐπιθεωρητής στό Ἐφετεῖο Ἀθηνῶν, περιέγραψε ἕνα περιστατικό τῆς 7ης Ἰουνίου 2017, στό ὁποῖο ὁ αἰτῶν φέρεται νά ἀρνήθηκε συμφωνημένη διακοπή τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας καί προσέβαλε μιά γραμματέα, μέ ἀποτέλεσμα νά ξεσπάσει σέ κλάματα.
Μετά τήν ἀπόρριψη τῆς ἔφεσής του, ὁ αἰτῶν ἐπέδωσε ἐξώδικες δηλώσεις στούς τρεῖς δικαστές, μέ εἰδοποίηση πρός τόν ὑπουργό Δικαιοσύνης, χαρακτηρίζοντας τίς καταθέσεις ἤ τίς πληροφορίες τους ὡς «ἀσαφεῖς», «ψεύτικες» καί «συκοφαντικές», ἀπαιτῶντας ἀνάκληση ἐντός δέκα ἡμερῶν καί ἐπιφυλασσόμενος τοῦ δικαιώματος νά ἀσκήσει ποινικές καί ἀστικές διαδικασίες.
Στίς 17 Ἀπριλίου 2019, τό ἑπταμελές πειθαρχικό συμβούλιο τοῦ Ἀκυρωτικοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ἀπόφαση ἀριθ. 158/2019, τοῦ ἐπέβαλε προσωρινή ἀναστολή τριῶν μηνῶν.
Τό πειθαρχικό συμβούλιο ἔκρινε, μεταξύ ἄλλων, ὅτι οἱ ἐξώδικες δηλώσεις ἦταν ἀσυμβίβαστες μέ τό δικαστικό ἀξίωμα, ὅτι ἔβλαπταν τήν φήμη τοῦ αἰτοῦντος καί τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καί ὅτι ἡ ἐπίδοσή τους ἀπό δικαστικό ἐπιμελητή εἶχε ἐπιτρέψει σέ τρίτον νά λάβει γνώση τοῦ περιεχομένου τους. Τά πειθαρχικά συμβούλια τοῦ Ἀκυρωτικοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἐπέβαλαν προσωρινή ἀναστολή τριῶν μηνῶν.
Στίς 26 Μαΐου 2020, τό ἐννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο ἐπικύρωσε τήν ποινή μέ τήν ἀπόφαση ἀριθ. 12/2020, κρίνοντας ὅτι ὁ αἰτῶν δέν εἶχε τιμωρηθεῖ γιά τήν ἄσκηση τοῦ δικαιώματός του νά κάνει ἐξωδικαστικές δηλώσεις ἀλλά γιά τό περιεχόμενό τους.
Ὁ Πρόεδρος Ἐφετῶν κατέθεσε προσφυγή στό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο στίς 25 Ἰουνίου 2020, μέ ἰσχυρισμό γιά παραβίαση τοῦ Ἄρθρου 10 τῆς ΕΣΔΑ.
Στό σκεπτικό του τό ΕΔΔΑ ἀποδοκίμασε πλήρως τήν ἑλληνική πειθαρχική πρακτική, ξεκαθαρίζοντας ὅτι οἱ δικαστές δέν στεροῦνται τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τους ἐπειδή φοροῦν τήν τήβεννο.
Μάλιστα, στό σκεπτικό τῆς ἀπόφασής του, τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο προχώρησε σέ τρεῖς κρίσιμες διαπιστώσεις.
Τρεῖς κρίσιμες διαπιστώσεις
Γιά τήν φύση τῶν δηλώσεων τοῦ δικαστῆ (ἀξιολογικές κρίσεις)
«Τό Δικαστήριο παρατηρεῖ ὅτι οἱ ἐκφράσεις πού χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσφεύγοντα στίς ἐξώδικες δηλώσεις του πρός τούς ἀνώτατους συναδέλφους του συνιστοῦσαν ἀξιολογικές κρίσεις (value judgments). Οἱ κρίσεις αὐτές διέθεταν ἐπαρκῆ πραγματική βάση (sufficient factual basis), καθώς ἑδράζονταν ἄμεσα στίς ἀρνητικές ἀξιολογήσεις πού εἶχε λάβει κατά τήν διαδικασία τῶν προαγωγῶν του. Τό δικαίωμα ἑνός δικαστικοῦ λειτουργοῦ νά ἀμφισβητεῖ τήν νομιμότητα ἤ τήν ἀντικειμενικότητα τῆς ὑπηρεσιακῆς του κρίσης, χρησιμοποιῶντας τίς προβλεπόμενες νομικές ὁδούς, προστατεύεται ἀπό τό Ἄρθρο 10 τῆς Σύμβασης, στόν βαθμό πού δέν ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς δικαιολογημένης ὑπεράσπισης τῶν ἐννόμων συμφερόντων του».

Γιά τόν ἐμπιστευτικό χαρακτῆρα καί τό ἀνύπαρκτο πλῆγμα στό «κῦρος» τῆς Δικαιοσύνης
«Ἰδιαίτερη βαρύτητα πρέπει νά δοθεῖ στό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων δέν ἐπέλεξε τήν δημόσια σφαῖρα οὔτε τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης γιά νά διατυπώσει τά παράπονά του. Ἀντίθετα, ἐπέλεξε τήν νόμιμη ὁδό τῆς ἐξώδικης ἐπίδοσης, ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν ἀποκλειστικά καί ἐμπιστευτικά στά ἐμπλεκόμενα μέλη τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου. Κατά συνέπεια, δέν ἀποδείχθηκε ὅτι οἱ ἐνέργειές του προκάλεσαν δημόσια προσβολή οὔτε ὅτι κλόνισαν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν στόν θεσμό τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ διαφύλαξη τῆς “αὐθεντίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας” δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖται ὡς πρόσχημα γιά τόν περιορισμό τῆς ἐσωτερικῆς κριτικῆς, ὅταν αὐτή ἀσκεῖται μέ θεσμικό τρόπο».
Γιά τήν δυσαναλογία τῆς ποινῆς καί τό «ἀποτρεπτικό ἀποτέλεσμα» (chilling effect)
«Ἡ ἐπιβολή τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς τῆς τρίμηνης προσωρινῆς παύσης ἀπό τά καθήκοντά του, ἡ ὁποία συνοδεύτηκε ἀπό τήν ἀντίστοιχη στέρηση τῶν ἀποδοχῶν του, κρίνεται ὡς ἐξαιρετικά σοβαρή καί δυσανάλογη (severe and disproportionate sanction). Μιά τέτοιου εἴδους αὐστηρότητα ἀπό τά ἀνώτατα πειθαρχικά ὄργανα ἐνέχει τόν κίνδυνο νά λειτουργήσει ὡς μέσο καταστολῆς καί ἐκφοβισμοῦ (chilling effect). Μπορεῖ νά ἀποτρέψει ἄλλους δικαστικούς λειτουργούς ἀπό τό νά ἐκφράσουν ἐλεύθερα τήν γνώμη τούς ἤ νά προσβάλουν ἀποφάσεις πού θίγουν τήν ἐπαγγελματική τους ὑπόσταση, πλήττοντας ἔτσι μακροπρόθεσμα τήν ἴδια τήν ἐσωτερική ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης».


