Ὁ μεγάλος μας συνθέτης Γιῶργος Χατζηνάσιος σέ μία ἐκ βαθέων συνέντευξη στήν «ΕτΚ»
Ὁ μεγάλος μας συνθέτης Γιῶργος Χατζηνάσιος σέ μία ἐκ βαθέων συνέντευξη στήν «ΕτΚ» Πῶς τό παπαδάκι πού κρατοῦσε τά Ἑξαπτέρυγα στόν Ἅγιο Ἐλευθέριο τήρησε τήν συμβουλή τοῦ πατρός του γιά τήν τζάζ «Μέ ἐνδιαφέρει νά ἀκούγονται τά τραγούδια μου, γι ̓ αὐτό πάντα δίνω ἄδεια γιά νέες ἐκτελέσεις»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ στήν ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ἀπό μικρό παιδί, τότε πού ὁ πατέρας του, Ἀγάπιος Χατζηνάσιος, μαέστρος σέ ὀρχῆστρες στήν Θεσσαλονίκη, τοῦ ἔδειχνε τήν στάση τοῦ σώματος στό πιάνο, εἶχε ἀποφασίσει ὅτι ἡ τζάζ θά «ὁδηγοῦσε» τήν καρριέρα του. Μισό καί πλέον αἰῶνα μετά, ἔχοντας γράψει μουσική γιά δεκάδες ἐπιτυχίες καί ἐμβληματικές παραγωγές, ὁ Γιῶργος Χατζηνάσιος μᾶς μιλᾶ γιά τήν ζωή του καί γιά τά μεγάλα τραγούδια μιᾶς πορείας μέ συνέπεια καί διαρκῆ ἀναζήτηση.
Γεννηθήκατε στήν Θεσσαλονίκη μία ἡμέρα μέ πολύ χιόνι, μέσα στήν Κατοχή. Τί ρόλο ἔπαιξε στήν ἀπόφασή σας νά ἀσχοληθεῖτε μέ τήν μουσική τό γεγονός ὅτι ὁ πατέρας σας, Ἀγάπιος Χατζηνάσιος, ἦταν μουσικός, καί ἡ πόλη στήν ὁποία ζήσατε τά παιδικά σας χρόνια ἦταν μιά πολιτισμική πόλη;
Ἐκείνη τήν ἐποχή, τά παιδιά ἦταν συνηθισμένο νά ἀκολουθοῦν τά ἐπαγγελματικά βήματα τῶν γονιῶν τους. Ἤμασταν τρία ἀδέρφια καί δέν ξεφύγαμε ἀπό τόν κανόνα. Καί οἱ τρεῖς γίναμε μουσικοί. Ἀπό τά ἀδέρφια μου, ὁ μεσαῖος ἔγινε σαξοφωνίστας καί ὁ μικρότερος ντράμερ. Ἐγώ ἤμουν ὁ μεγαλύτερος, καί ὁ πατέρας μου μοῦ ἔθεσε τό ἐρώτημα ποιό ὄργανο ἤθελα νά μάθω. Ἐπειδή εἶχε συναναστροφές μέ μουσικούς καί πολλούς βιολιστές, μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση τό μελανό σημεῖο στήν ἀριστερή πλευρά τῆς κάτω γνάθου ὅπου ἀκουμπᾶ τό βιολί καί στά
παιδικά μου μάτια φαινόταν κάτι πολύ ἄσχημο. Τοῦ εἶπα, λοιπόν, «μπαμπᾶ, ὅ,τι θέλεις, ἐκτός ἀπό βιολί». Ἔτσι, μοῦ πρότεινε νά ἀσχοληθῶ μέ τό πιάνο. Τό ὄργανο αὐτό μέ βοήθησε πολύ στήν σύνθεση, γιατί τό βιολί εἶναι μονοφωνικό ὄργανο καί δέν εἶναι εὔκολο νά κάνεις ἁρμονίες, ὅπως ἡ κιθάρα ἤ τό πιάνο.

Ἀντιληφθήκατε ἀπό νωρίς τόν ρόλο πού θά ἔπαιζε ἡ μουσική στήν ζωή σας;
Ὅταν προχώρησα πιά στίς μουσικές μου σπουδές, στό Ὠδεῖο, καί ἄρχισα νά μαθαίνω καί ἄλλα εἴδη μουσικῆς, ὅπως ἡ τζάζ, ἡ ὁποία εἶναι μιά προοδευτική μουσική καί σοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά αὐτοσχεδιάζεις, τότε τήν ἐρωτεύτηκα τήν μουσική, γιατί μποροῦσα νά παίζω μέ ἐλευθερία δικά μου πράγματα, τά ὁποῖα νά εἶναι «νόμιμα».
Ἀπό τότε εἶπα μέσα μου ὅτι ἡ τζάζ θά «ὁδηγήσει» τήν καρριέρα μου. Ὁ πατέρας μου ἦταν μαέστρος σέ ὀρχήστρα, δέν ὑπῆρχαν βιβλία γιά τήν τζάζ καί θυμᾶμαι ὅτι μέ καθοδηγοῦσε ὅταν ἔπαιζα πιάνο. Μέ ἔπιανε ἀπό τούς ὤμους καί μοῦ ἔλεγε: «Γιά νά παίξεις τζάζ, πρέπει νά ἔχει παλμό τό κορμί, νά μήν εἶσαι σάν στέκα, ὅπως στήν κλασσική μουσική». Δώδεκα-δεκατριῶν ἐτῶν ἔβγαζα μεροκάματο.
Ἀκούγατε, ὅμως, καί βυζαντινή μουσική στό Κατηχητικό. Σωστά;
Βέβαια. Γι ̓ αὐτό ἔγραψα καί τό ὀρατόριο «Χρονικό τῆς Ἁλώσεως», πού παρουσιάστηκε, μεταξύ ἄλλων, στόν ἀρχαιολογικό χῶρο τοῦ Μυστρᾶ καί στήν Ἐθνική Λυρική Σκηνή στό ΚΠΙΣΝ. Καί ἠχογραφήθηκε, ἔγινε καί δίσκος. Πραγματικά, ἕνα σπουδαῖο ἔργο. Μπορεῖ νά μήν σπούδασα βυζαντινή μουσική, ἀλλά ἤμουν δέκτης τοῦ εἴδους, ὅπως καί πολλῶν ἄλλων εἰδῶν. Μικρός πήγαινα στόν Ἅγιο Ἐλευθέριο, ἤμουν «παπαδάκι» καί κρατοῦσα τό Ἑξαπτέρυγο στίς λιτανεῖες. Ἐξοικειώθηκα μέ τίς βυζαντινές μελωδίες· ὅταν τελικά ἔγραψα ἔργο βασισμένο σέ πρωτότυπη βυζαντινή μουσική, ἀπό ἐκεῖ ἄντλησα.
Ἰσχύει ὅτι ἡ τζάζ εἶναι στήν καρδιά σας πολύ περισσότερο ἀπό ὅλα τά μουσικά εἴδη πού ἔχετε ὑπηρετήσει;
Ἰσχύει. Ὅταν ἀκούω μουσική, ἀκούω τζάζ, γιατί πάντοτε εἶναι καινούργια. Πάντοτε ἔχεις κάτι ἄλλο νά ἀκούσεις καί νά παίξεις. Τίποτε ἄλλο δέν ἀκούω. Οὔτε τά κλασσικά πού ἔχω παίξει.
Γιατί ἀποφασίσατε, σέ ἡλικία 18 ἐτῶν, νά ἔρθετε στήν Ἀθήνα;
Κατ ̓ ἀρχήν, κατέβηκα μέ μία ὀρχήστρα ἀπό τήν Θεσσαλονίκη μέ τραγουδιστή τόν Πᾶνο Γαβαλᾶ. Ἤθελα μία «φωνή» γιά νά κατέβω ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, νά ἔχω ἕνα σταθερό μεροκάματο. Ὡς τζαζίστας, στά λαϊκά δέν μποροῦσα νά κάνω ἐπιτυχίες, ὅπως ἀργότερα τό «Ξενύχτησα στήν πόρτα σου», ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα λαϊκά τραγούδια πού ἔγραψα καί ἔχει ἑρμηνεύσει ἡ Βίκυ Μοσχολιοῦ.
Ἔπαιξα σέ ἕνα μαγαζί πού ἦταν κοντά στήν «Νεράιδα»· «Ὄασις» λεγόταν, ἄν θυμᾶμαι καλά. Ἀλλά δέν…τράβηξε ὁ Γαβαλᾶς. Τό μαγαζί ἔκλεισε σέ μιά ἑβδομάδα, δέν ἔγινε διαφήμιση καί ἔμεινα μετέωρος. Οἱ μουσικοί πού πήγαιναν, ὅμως, στήν «Νεράιδα» μέ εἶχαν ἀκούσει καί ἤξεραν ὅτι ψάχνει πιανίστα ὁ Γιῶργος Μουζάκης ὁ μαέστρος.
Ἦρθαν, λοιπόν, καί μέ βρῆκαν στό «Καφενεῖο τῶν Μουσικῶν», στήν Ὁμόνοια, ὅπου πήγαιναν οἱ ἄνεργοι μουσικοί, καί μοῦ εἶπαν: «Σέ θέλει ὁ Μουζάκης». Καί ἔτσι πῆγα. Θαυμάσιος μαέστρος ὁ Μουζάκης. Καί μέγας δάσκαλος.
Κάποια στιγμή, ἀπό τόν χῶρο τῆς μουσικῆς περνᾶτε στήν σύνθεση. Προσωπικοί λόγοι –γιά νά παντρευτεῖτε τήν γυναῖκα σας, Μαρία Χατζηνάσιου– σᾶς ὁδήγησαν στήν «ὄχθη» τῆς σύνθεσης.
Ἤμουν ἐρωτευμένος μέ τό πιάνο. Παιδεύτηκα πολλά χρόνια νά τό μάθω. Μόνο μία ἀνωτέρα βία θά μέ ἔβαζε νά σκεφτῶ ὅτι μπορῶ νά κάνω καί κάτι ἄλλο. Πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν κάποια χαρίσματα τά ὁποῖα μέ ἕνα κίνητρο τά ἀνακαλύπτουν. Λοιπόν, ἄν δέν ἦταν ἡ Μαρία, μπορεῖ αὐτό νά μήν γινόταν ποτέ.
Οἱ γονεῖς της τῆς ἔβαλαν φραγμό στά σχέδιά μας, λέγοντάς της ὅτι δέν θέλουν νά παντρευτεῖ ἕναν μουσικό πού ξενυχτάει τά βράδια καί
ἀφήνει τήν γυναῖκα στό σπίτι. Ὄχι ὅτι δέν μέ ἀγάπησαν. Μιά χαρά ἄνθρωπος ἤμουν.

Εἶστε μαζί ἀπό τότε μέχρι σήμερα. Ποιό εἶναι τό μυστικό νά εἶναι δύο ἄνθρωποι μαζί τόσες δεκαετίες μέ μιά ὄμορφη οἰκογένεια – κάτι τόσο σπάνιο στίς μέρες μας;
Δέν ὑπάρχει μυστικό. Γιατί, ἄν ὑπάρχει μυστικό καί τό πεῖς, θά τό κάνουν κι ἄλλοι. Βλέπετε μιά αὔρα πού ἔχουν οἱ ἅγιοι στίς εἰκονογραφήσεις; Ἔ, ἡ αὔρα τῆς Μαρίας καί ἡ δική μου ἑνώθηκαν.
Μιλῆστε μας γιά τήν συνεργασία σας μέ τήν Νάνα Μούσχουρη, πού γνωρίσατε στήν Κύπρο, ὅταν τραγούδησε γιά ἕνα διάστημα στό ξενοδοχεῖο ὅπου ἐμφανιζόσασταν μέ τό συγκρότημα Five Friends. Πῶς προέκυψε ὁ δίσκος «Ἡ Ἑνδεκάτη Ἐντολή», σέ στίχους Νίκου Γκάτσου, πού ἔγινε διεθνής ἐπιτυχία;
Ὅταν ἤμουν μουσικός ἀκόμα, πρίν πάω στρατιώτης, ἕνα καλοκαίρι βρέθηκα στήν Κύπρο. Καί ἦρθε τότε γιά «ἐξτρά» ἡ Νάνα Μούσχουρη. Κάναμε κάποιες πρόβες καί παίζαμε τζάζ. «Γειά σου, Γιωργάκη!», ἔτσι μ ̓ ἔλεγε. Καί ξαφνικά παίρνω ἕνα σῆμα ἀπό τήν Polygram ὅτι πρέπει νά κάνουμε μιά συνεργασία μέ τήν Νάνα Μούσχουρη, ἕναν δίσκο σέ στίχους Νίκου Γκάτσου.

Τό θεώρησα φοβερή εὐκαιρία. Καί ἔτσι συναντηθήκαμε ξανά. Πῆγα στό Παρίσι, βρεθήκαμε ἀρκετές μέρες στό στούντιο. Κάναμε πρόβα μέ τήν μοναδική Νάνα Μούσχουρη, γιά νά γράψουμε τίς βάσεις, ἄς ποῦμε, τοῦ τραγουδιοῦ. Τραγου-δοῦσε σέ ἕνα κουβούκλιο, νά ἀκοῦν οἱ μουσικοί κι ἐγώ. «Γιωργάκη μου, σοῦ ἄρεσε; Μήπως θές νά τό ξαναπῶ;», μοῦ ἔλεγε. Καμμία ἔπαρση. Κι ἔτσι προέκυψε ὁ δίσκος «Ἡ Ἑνδεκάτη Ἐντολή».
Ὡστόσο, θά ἤθελα νά ποῦμε καί μερικά λόγια γιά τήν πολύ ἀγαπημένη σας Δήμητρα Γαλάνη.
Τό ἔχω πεῖ πολλές φορές ὅτι ἡ Δήμητρα Γαλάνη εἶναι τό βιολοντσέλλο τῆς καρδιᾶς μου. Μέ τήν Δήμητρα Γαλάνη ἔπαιζα τό κομμάτι μία φορά στό πιάνο, εἶχε τόν στίχο μπροστά της, καί τήν δεύτερη φορά τό τραγουδοῦσε μαζί μου. Τέτοια ἐπικοινωνία δέν εἶχα ξανασυναντήσει. Μέ τήν Νάνα Μούσχουρη θά τό ἔπαιζα πέντε-ἕξι φορές, μέ τήν Δήμητρα τήν πρώτη, δεύτερη φορά τό τραγουδοῦσε.

Τί εἶναι αὐτό πού, κατά τήν γνώμη σας, ἔχει κάνει τό «Μάθημα Σολφέζ» τήν ἑλληνική συμμετοχή πού ἔχει ἀφήσει, ἴσως, τό πιό ἔντονο ἀποτύπωμα στόν διαγωνισμό τῆς Eurovision ἀπό τό 1977 μέχρι σήμερα;
Ἡ ἀθωότητα πού ὑπῆρχε τότε. Αὐτό ἔχει σηματοδοτήσει τό τραγούδι, ἀλλά καί τήν ἐποχή του. Τά πράγματα δέν ἦταν περίπλοκα. Ὑπῆρχε εἰλικρίνεια, ἀλήθεια, ἀφέλεια ἐντός εἰσαγωγικῶν. Ὅλα αὐτά συνιστοῦν τό «Μάθημα Σολφέζ». Καί εἶναι ἀπό τά κομμάτια πού παίζονται ἀκόμα στήν Εὐρώπη ἀπό διάφορες μπάντες καί χορωδίες. Στήν Ρωσσία τά ἄκουσα πολλές φορές νά παίζεται. Εἶναι ἕνα κλασσικό κομμάτι τῆς Eurovision.
Στό βίντεο ἀπό τήν βραδιά παρουσίασης τοῦ τραγουδιοῦ ἐμφανιστήκατε πρῶτα ἐσεῖς, ντυμένος ἐπίσημα, καί πήρατε τήν θέση σας στό πόντιουμ…
Ὑπῆρχε ὀρχήστρα μέ 65 ὄργανα. Ὅσα συμμετεῖχαν στήν ἐνορχήστρωση πού ἀκοῦτε στόν δίσκο. Αὐτό δέν φαίνεται στό βίντεο. Ἔκανα ὑπόκλιση, φορῶντας σμόκιν – δέν ἦταν ντροπή τότε νά φορᾶς σμόκιν. Ἱστορική στιγμή. Ἤμουν παιδάκι. Δέν καταλάβαινα τίποτα. Οὔτε τράκ εἶχα οὔτε τίποτα. Ἀγέρωχος. Ἐκπροσωποῦσα τήν πατρίδα μας.
«Δέν μπορῶ τό μουντό χρῶμα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης», ἔχετε πεῖ. Ἀλήθεια, δέν μετανοιώσατε ποτέ πού δέν δοκιμάσατε μιά καρριέρα ἐκτός συνόρων; Ὁ Ντέμης Ροῦσσος σᾶς εἶχε προτείνει νά πᾶτε στήν Εὐρώπη…
Ὄχι, δέν τό μετάνοιωσα ποτέ. Γιατί συνδύασα πολλά πράγματα, τά ὁποῖα ἴσως δέν θά τά ἔκανα, ἄν ἤμουν στό ἐξωτερικό. Ἴσως νά μήν εἶχα τήν Μαρία, ἴσως νά μήν εἶχα τά τρία παιδιά, ἴσως νά μήν πετύχαινα καί νά ἤμουν ἕνας ἁπλός μουσικός. Δέν εἶναι σίγουρο ὅτι, ἄν πᾶς ἔξω,
μπορεῖ πάντα νά πετύχεις. Ὁ ἀνταγωνισμός, φέρ’ εἰπεῖν, στήν Γαλλία εἶναι ἀνάμεσα σέ ἑκατομμύρια ταλέντα. Καί ἡ γλῶσσα ἦταν ἕνα θέμα, ἐπίσης.
Ἄλλοι μοῦ λένε ὅτι, ἄν ἤμουν στήν Ἀμερική, θά εἶχα κάνει μία καρριέρα ἐφάμιλλη μέ αὐτήν στήν Ἑλλάδα. Ἀλλά, ἄν δέν γράψεις μουσική γιά μιά καταπληκτική ταινία, νά πάει γιά Ὄσκαρ, καί ἀσχολεῖσαι μέ ταινίες τοῦ συρμοῦ, δέν γίνεται τίποτα.
Μέ ἀφορμή τήν πρόσφατη συζήτηση γύρω ἀπό τήν ἀπαγόρευση ἑρμηνείας ἔργου τοῦ Μάνου Χατζιδάκι ἀπό τόν Μανώλη Μητσιᾶ, θά θέλατε τό δικό σας ἔργο, ὅταν ἐσεῖς δέν θά μπορεῖτε πλέον νά ἀποφασίζετε, νά προστατεύεται αὐστηρά ἀπό τούς ἀνθρώπους πού θά τό κληρονομήσουν ἤ νά παραμένει ἀνοιχτό σέ νέες ἑρμηνεῖες καί ἀναγνώσεις;
Τήν θέση μου τήν ἔχω ἀποδείξει μέχρι τώρα. Γιατί, μήν νομίζετε ὅτι δέν μέ παίρνουν τηλέφωνο καινούργιοι καλλιτέχνες, γιά νά τραγουδήσουν τά κομμάτια μου. Πάντα τούς δίνω ἄδεια –ἔγγραφη μάλιστα– καί τούς ἐπιτρέπω νά ποῦν τά τραγούδια καί δεύτερη καί τρίτη ἐκτέλεση. Δέν ἔχω τέτοια «κολλήματα» μέ τό θέμα αὐτό. Ἐμένα μέ ἐνδιαφέρει νά ἀκούγονται τά τραγούδια μου, τίποτε ἄλλο.

Θά ἤθελα νά μοῦ πεῖτε τί, κατά τήν γνώμη σας, κάνει ἕνα τραγούδι μεγάλο. Ἡ μουσική, ὁ στίχος ἤ ἡ ἑρμηνεία;
Στήν Ἑλλάδα πιστεύω ὅτι αὐτό πού συγκινεῖ πρῶτα ἕναν ἀκροατή, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἐκπαιδευμένος, εἶναι ὁ στίχος, ὁ λόγος. Μπορεῖ, λόγου χάριν, νά ἀγαπήσει κάποιος ἕνα κομμάτι δικό μου ἀπό τήν φράση, πού ἴσως ἀκούει πρώτη φορά στήν ζωή του: «Συγγνώμη πού σέ ἀγάπησα πολύ, δέν ξέρω νά ἀγαπῶ ὅμως πιό λίγο». Ἀλλά βοηθάει πάρα πολύ καί ἡ μουσική, ἄν εἶναι γνήσια καί πρωτότυπη.
Ποιός εἶναι ὁ ἑπόμενος μουσικός σας σταθμός;
Ὁλοκληρώνουμε μέ τόν ἐξαιρετικό συνεργάτη καί φίλο, Στέφανο Κορκολῆ, τίς ἐμφανίσεις μας γι’ αὐτή τή σαιζόν μέ μιά συναυλία στίς 13/9 στό Θέατρο Ἀγροκηπίου στόν Ἀσπρόπυργο μέ ἐλεύθερη εἴσοδο.
«Πάντα δέν ἤθελα νά μοιάζω μέ κανέναν», ἔχετε πεῖ. Ποιές, ὡστόσο, ἦταν –καί παραμένουν ἀκόμα σέ ἕναν βαθμό– οἱ διαχρονικές σας μουσικές ἐπιρροές;
Πέρα ἀπό τήν τζάζ, τόσο στήν ἐνορχήστρωση ὅσο καί στίς εἰσαγωγές τῶν τραγουδιῶν μου, μέ ἐπηρεάζει πάρα πολύ ἡ Μακεδονία, ἡ ἰδιαίτερή μου πατρίδα. Καί πάντα προσπαθῶ, ὅταν κάνω λαϊκά τραγούδια, νά βρῶ μουσικές «ἀτμόσφαιρες» πού δέν ὑπῆρξαν πρίν ἀπό ἐμένα.
Μία ἀπό αὐτές τίς «ἀτμόσφαιρες» πού, ἄν τήν ἀγγίξει κάποιος, θά ποῦν ὅτι ἔκλεψε τόν Χατζηνάσιο εἶναι τό τραγούδι «Μέ λένε Γιῶργο καί ποτέ δέν τραγουδάω».

