Τά ἀκριβά μύρα καί ἡ κολώνια Μενοῦνος

Ὅσο μεγάλωνα, ἀντιλαμβανόμουν πόσο διαφορετικός θά ἦταν ὁ κόσμος ἄν…

… οἱ ἄνθρωποι ἐφήρμοζαν ὅσα ἄκουγαν τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα στήν ἐκκλησία. Ἦταν ἡ περίοδος κατά τήν ὁποία ἀκολουθοῦσα πλήν τῆς Μεγάλης Δευτέρας (μέχρι μιά ἡλικία) τήν μητέρα και τήν γιαγιά μου στήν ἐκκλησία. Καί ρωτοῦσα γιά νά μαθαίνω. Ρωτοῦσα συνεχῶς! Καί μοῦ ἔμεινε ἡ συνήθεια καί ἴσως αὐτή μέ ὁδήγησε νά γίνω ρεπόρτερ! Νά ρωτῶ καί νά μαθαίνω!

«Γιαγιά, τί ἁμαρτίες εἶχε κάνει αὐτή ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ πανάκριβο μύρο καί σκανδαλίσθηκε ὁ Σίμων ὁ Φαρισαῖος καί ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης;»…

Ἡ γιαγιά, ἀντί ἀπαντήσεως, μέ κοίταξε καί σταυροκοπήθηκε. Καί ἐγώ, πού ἤμουν καί παπαδάκι, ἀπευθύνθηκα στά παπα-Χρυσόστομο Ἀνταράκη, τόν ἀρχιμανδρίτη τῆς ἐνορίας μας. Ἐκεῖνος μέ κοίταξε μέ χαμόγελο καί μοῦ εἶπε «βιάζεσαι, μικρέ, βιάζεσαι». Ἔτσι, κατέληξα στόν πατέρα μου, τόν ὁποῖο θεωροῦσα παντογνώστη. «Εἶχε περιπέσει, παιδί μου, σέ κάποια ἁμαρτήματα ἠθικῆς τάξεως, κατά τήν κρίση τῶν πολλῶν, βεβαίως» μοῦ εἶπε, κι ἐγώ δέν ξαναρώτησα, μέχρι πού ἔμαθα, μέ τόν καιρό, τήν σημασία τῶν λέξεων τίς ὁποῖες ἄκουγα ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶχε παρηγορήσει μιά κυρία ἐλευθερίων ἠθῶν, γνωστή σέ ὅλη τήν περιοχή, ἡ ὁποία –γιά νά βγάλει ἀπό ἐπάνω της τόν καημό πού τῆς προκαλοῦσε τό ἐπάγγελμά της– ζήτησε παρηγορία, σπεύδοντας νά μυρώσει τά πόδια τοῦ Κυρίου καί νά τά σφουγγίσει μέ τά μακρυά της μαλλιά. Στό μυαλό μου σχηματίσθηκε ἀμέσως μιά ὑπέροχη εἰκόνα! Φανταζόμουν τήν κυρία Καίτη, ἐκείνη τήν ὄμορφη κυρία, πού συναντούσαμε κάποιες φορές, ὅταν –μαθητές τοῦ Γυμνασίου– πηγαίναμε βόλτα στήν ὁδό Φίλωνος καί τήν ὁδό Νοταρᾶ, στήν περίφημη «Τρούμπα», καί περνούσαμε ἐμπρός ἀπό τά σπίτια, γιά νά δοῦμε τά κορίτσια πού στέκονταν στίς πόρτες ἤ ἔσκυβαν ἀπό τά μπαλκόνια καί μᾶς ἔλεγαν «βρέ, περιμένετε νά βγάλετε μουστάκι κι ὕστερα περάστε!». Κι ἐμεῖς, χαϊδεύαμε τό ἐπάνω μας χεῖλος, πού δέν εἶχε κἄν ἀρχίσει νά χνουδίζει καί χαμηλώναμε –πρός στιγμήν– τό βλέμμα. Κι ἐγώ φανταζόμουν τήν κυρία Καίτη, νά πλένει τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μιά κολώνια «Μενοῦνος» κι ὕστερα νά τοῦ σφουγγίζει τά πέλματα μέ τά μακρυά μαῦρα μαλλιά της!

Καί σκέπτομαι πόσο καλύτερος θά ἦταν ὁ κόσμος ἄν ἡ πράξη ἐκείνη τοῦ Χριστοῦ, νά σκύψει καί νά χαϊδέψει τό κεφάλι τῆς «ἁμαρτωλῆς» γυναίκας, εἶχε περάσει στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων. Κι ὕστερα ἦλθαν οἱ ταινίες μέ τήν Καρέζη, τήν Διαμαντίδου, τόν Κούρκουλο, τήν Χέλμη, τόν Φούντα καί τήν Μελίνα, πού ἀκολουθοῦσαν πιστά τόν ἰταλικό νεορεαλισμό, γιά νά μᾶς θυμίσουν ὅτι ἡ γυναίκα πού ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ εἶχε πολύ λιγότερες ἁμαρτίες ἀπό τόν Σίμωνα, τόν Ἰούδα καί τούς Φαρισαίους. Καί πάντα, τέτοιες μέρες, παράλληλα μέ τήν ἀναβλύζουσα συγκίνηση, θυμᾶμαι τόν Ἀλέκο Σακελλάριο, στό σαλόνι τοῦ σπιτιοῦ μας, μέ τόν Τσονταρίδη καί τόν Χρηματόπουλο, τούς φίλους τοῦ πατέρα μου, νά πίνουν τά οὐζάκια τους τό βράδυ τῆς Μεγάλης Τρίτης, μέ ἐλιές καί μελανιασμένα καλαμαράκια κονσέρβα, ψέλνοντας, οἱ βλάσφημοι, «ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα…γυμνή»!

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.