Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 21 Ἰουνίου 1926
Ἐνῷ τά μαντήλια ἐπηγαινοήρχοντο ἐπάνω στά μέτωπα καί ὁ ἱδρώς ἔρεε κρουνηδόν ἀπό τούς κροτάφους τῆς παρέας, τῆς ἐγκατεστημένης εἰς τό δροσόλουστον ἐξοχικόν κέντρον –τιμαί πολυτελείας–, κάποιος ἀπό τούς δροσιζομένους ἀνεστέναξε:
– Δέν μοῦ λέτε, σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ποῦ βρίσκονται τόσα νερά; Διετεινόμεθα ὅτι ἔχομεν λειψυδρίαν, μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ὅλαι αἱ πηγαί ἐστείρευσαν, ἡ Οὖλεν ὑδρομαστεύει εἰς τό κενόν, οἱ ὑπόγειοι ποταμοί τῶν Ἀθηνῶν ἀπεδείχθησαν μῦθος, μέ μίαν φράσιν, τέλος πάντων, τήν ὁποίαν εἶναι περιττόν νά ἐπαναλάβη ἡ Πυθία, «ἀπέσβετο τό λάλον ὕδωρ». Ποῦ βρίσκονται, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, τόσα νερά;
– Ποῦ τά βλέπετε τά νερά, κύριε; τόν ἐρώτησαν.
– Ποῦ τά βλέπω; Μέ ρωτᾶτε ποῦ τά βλέπω, ἀλλά εἶμαι μουσκεμένος, ἄνθρωποί μου, ὅπως εἶσθε ὅλοι σας. Ὅλη μας ἡ ὕπαρξις ἔχει μεταβληθῇ εἰς ἀείρροον πηγήν. Σκουπιζόμεθα διαρκῶς καί διαρκῶς διαρρέομεν.
Ὅλη μας ἡ ὕπαρξις ἔγινεν ὑδραγωγεῖον, νερομάννα, δεξαμενή, ἀρτεσιανόν φρέαρ, ποταμός, καταρράκτης, ὠκεανός. Καθένας μας μπορεῖ νά λύση, μόνος του, τό ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν!
Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶχεν ἄδικον. Κάθε Ἀθηναῖος, πράγματι, ἔχει λύσει διά τόν ἑαυτόν του τό ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως. Πίνει ἱδρῶτα, λούεται εἰς τόν ἱδρῶτα του, κολυμβᾶ εἰς τόν ἱδρῶτα του. Ἀπό ποίας μυστηριώδεις πηγάς φθάνει ὅλος αὐτός ὁ ἴδρως, πού χύνεται εἰς τήν πόλιν; Καί τό καλύτερον αἰγινίτικο κανάτι, γιά νά ἱδρώση, πρέπει νά τό γεμίσωμεν μέ νερό. Ἐμεῖς ἱδρώνομεν, χωρίς νά πίνωμεν. εἶναι καί αὐτό μιά παρηγοριά.
Ἔχομεν, τοὐλάχιστον, τήν ἐντύπωσιν ὅτι πλέομεν εἰς ποταμούς ὑδάτων.
Πολλοί, μάλιστα, πού δέν ἔκαμαν ποτέ λουτρόν εἰς τήν ζωήν τους, τό κάμνουν τώρα ἀναγκαστικῶς, μέ τόν ἴδιόν τους ἱδρῶτα. Εἶναι ὡς νά εὑρίσκωνται διαρκῶς μέσα σέ χαμάμι. Καί κανένα λουτρόν, ὡς γνωστόν, δέν καθαρίζει περισσότερον τό σῶμα καί δέν ἀνοίγει τόσον πολύ τούς πόρους ὅπως τό ἀτμόλουτρον.
– Ὁ Θεός μᾶς ἐλυπήθη! μοῦ ἔλεγε, χθές τό ἀπόγευμα, ἐνῷ πέρναμε τό ἀτμόλουτρόν μας δωρεάν, ὁ παραφρονήσας συμπολίτης. Ἄν δέν μᾶς ἔστειλε βροχές, αὐτό τό ἔτος, ὁ Πανάγαθος, μᾶς προσφέρει, τοὐλάχιστον, τό λουτρόν δωρεάν. Ἄς δοξάσωμεν τό ὄνομα του!
Τά νερά ἐξακολουθοῦσαν ἐν τῷ μεταξύ νά ρέουν ἀπό ὅλα τά μέτωπα καί νά μουσκεύουν ὅλα τά πουκάμισα.
– Τόση λειψυδρία –εἶπεν ἄλλος παραφρονήσας– καί ὅμως τόσο νερό πηγαίνει χαμένο.
– Τί τά θέλετε νά γίνη, κύριε; Ἔχει καί τρέχει. Τί θέλετε νά κάμωμεν;
– Νά κάμωμεν, ἁπλούστατα, μίαν τεχνητήν λίμνην, ἀπό τόν ἱδρῶτα μας. Ὁπωσδήποτε, θά γεμίση γρηγορώτερα ἀπό τήν λίμνην τοῦ Μαραθῶνος.
Ἐν τῷ μεταξύ, τά μαντήλια ἐπηγαινοήρχοντο ἐπάνω στά μέτωπα καί ἀπό τήν ἄκρην κάθε μύτης ἔσταζεν ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στήν διψασμένην γῆν.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

