Οἱ χαρταετοί τῆς Κίνας, καί μιά ἄλλη ἐποχή…

Ἔβλεπα τούς χαρταετούς (οἱ περισσότεροι made in China) ἁπλωμένους στίς γωνιές καί στίς πλατεῖες, καί σκεφτόμουν πόσο τυχερά ἀλλά συνάμα καί πόσο ἄτυχα εἶναι τά σημερινά παιδιά.

Τυχερά, πού ἕνας ἀητός τῆς Καθαροδευτέρας μπορεῖ πλέον νά ἀποκτηθεῖ εὔκολα καί ἄτυχα, γιατί δέν θά ζήσουν ποτέ τήν χαρά τῆς δημιουργίας, πού αἰσθανόμασταν ἐμεῖς, στά δικά μας παιδικά χρόνια.

Φυσικά, ἄν –ὅταν ἤμασταν παιδιά– μᾶς ρωτοῦσαν: «Τί προτιμᾶς; Νά φτιάξεις τόν ἀητό μόνος σου ἤ νά στόν χαρίσουν ἕτοιμο, γυαλιστερό καί καμαρωτό», ἀσφαλῶς καί θά προτιμούσαμε τόν ἕτοιμο. Σκεφθεῖτε, ὅμως, τί θά εἴχαμε χάσει!

Κατ’ ἀρχάς, πηγαίναμε κάποιο ἀπόγευμα στά «Περιβόλια», στήν περιοχή Ἁγίου Ἰωάννου Ρέντη, ὅπου ἀφθονοῦσαν οἱ καλαμιές, καί κόβαμε μερικά καλάμια. Αὐτό γινόταν ἀπό τίς ἡμέρες πού ἄνοιγε τό Τριώδιο καί τά καλάμια τά ἀφήναμε στήν ταράτσα νά σφίξουν. Λίγες ἡμέρες πρίν ἀπό τήν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω ἑτοιμάζαμε τόν ἀετό μας.

Κόβαμε τρία ἴσα κομμάτια καλάμι, τά δέναμε καρφώνοντάς τα στήν μέση, γερά, μέ ἐλαφρύ σύρμα. Ἐπάνω στόν σκελετό σχηματίζαμε, μέ γερό σπάγκο, τόν ἑξάγωνο ἀητό μας. Ὁ σπάγκος ἦταν κερωμένος. Τόν κερώναμε ἐμεῖς, σιγά-σιγά, τρίβοντας τό νῆμα μέ ἕνα κερί, πού ἀγοράζαμε στήν ἐκκλησία. Ἀφοῦ σχηματιζόταν ὁ σκελετός, κόβαμε τίς χρωματιστές κόλλες γλασέ πού εἴχαμε ἀγοράσει ἀπό τήν «Χρυσαυγή», τό βιβλιοπωλεῖο τῆς περιοχῆς, καί βράζαμε τήν «ἀλευρόκολλα».

Δηλαδή βράζαμε νερό σέ ἕνα μπρίκι καί ρίχναμε μέσα ἀλεύρι, τό ἀνακατεύαμε μέχρι νά γίνει μιά κολλώδης μᾶζα, καί εἴχαμε ἕτοιμη τήν κόλλα.

Ἀφοῦ τελειώναμε τήν κατασκευή τοῦ ἀητοῦ, τόν ἀφήναμε, γιά νά στεγνώσει καλά ἡ κόλλα, καί ἔπειτα ἄρχιζε ἡ διαδικασία γιά τά ζύγια. Τά ζύγια, ἤτοι τό πηδάλιο τοῦ ἀετοῦ μας, τά φτιάχναμε μέ μεγάλη προσοχή, νά μήν ξεφύγουμε οὔτε ἕναν πόντο ἀπό τίς ἀποστάσεις πού ἔπρεπε νά τηρηθοῦν. Γιά τά ζύγια χρησιμοποιούσαμε σπάγκο λεπτότερο ἀπό τό κορδονέτο, δηλαδή τόν σπάγκο πού εἴχαμε κερώσει. Κι ὕστερα, ἐρχόταν ἡ σειρά τῆς οὐρᾶς. Συνήθως ἀπό κομμάτια ἐφημερίδων καί περιοδικῶν, πού τά κόβαμε λουρίδες μέ τό ψαλίδι.

Ὅταν ὁ ἀητός μας ἦταν ἕτοιμος, τόν στολίζαμε μέ σκουλαρίκια ἤ μέ βουῆχτρες, δηλαδή μέ πρόσθετα μπιχλιμπίδια, πού τόν ἔκαναν νά βουίζει καθώς κορώνιζε στόν ἀέρα!

Δέν θυμᾶμαι πόσους ἀετούς εἶχα φτιάξει, ἀλλά, μαζί μέ δύο φίλους μου, ἤμουν ἕνας μικρός μάστορας. Δηλαδή εἶχα ἀντιγράψει ὅλη τήν διαδικασία τῆς κατασκευῆς ἀπό τόν πατέρα μου, τοῦ ὁποίου τά χέρια ἔπιαναν καί μποροῦσε νά κατασκευάζει μέχρι καί ἔπιπλα!

Στήν «Μπαρουταποθήκη», στήν τεράστια ἀλάνα τῆς γειτονιᾶς μας, πού τήν λέγαμε καί «Μάντρα τοῦ Μποδοσάκη», οἱ ἀητοί πού φτιάχναμε μέ τόν ἀδελφό μου καί τούς φίλους μας πετοῦσαν καλύτερα ἀπό ὅλους!

Βλέπω τούς σημερινούς «ἀετούς». Εἶναι καλοφτιαγμένοι, μαζικά κατασκευασμένοι, ἀλλά δέν ἔχουν ἐκεῖνο τό «ναΐφ» πού εἶχαν οἱ δικοί μας, τούς ὁποίους ἀποτύπωσαν ὁ Σπῦρος Βασιλείου, ὁ Ἀλέκος Φασιανός καί ὁ Νῖκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας στά τελάρα τους.

Καί ἀκόμη, δέν «μυρίζουν ἀλευρόκολλα», ἐκείνη ἡ χαρακτηριστική εὐωδιά, οὔτε ὁ σπάγκος μυρίζει πιά κερί. Γενικῶς, ἀπό τήν ἐποχή μας, λείπουν οἱ μυρωδιές.

Ἔτσι θά λένε αὔριο τά παιδιά μας γιά τήν δική τους ἐποχή. Ἀλλά…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ