Μέ μιά κιθάρα, μιά παρέα, σέ μιά ταβέρνα

Σᾶς διαβάζω ἕνα ἀπό τά πολλά «μηνύματα ἀγωνίας»…

… πού δημοσιεύονται ἐσχάτως στά μέσα κοινωνικῆς δικτυώσεως καί ἔχουν σχέση μέ τήν «νυχτερινή διασκέδαση». Ἀπολαῦστε το: «Ἡ πανδημία καί τά μέτρα σκοτώνουν τή νύχτα. “Posidonio” καί “Frangelico” ἀναστέλλουν τήν λειτουργία τους. Δύο ἀπό τά “γερά χαρτιά” τῆς νυχτερινῆς διασκέδασης στήν παραλιακή, κατεβάζουν ρολά καί ἀνακοίνωσαν ὅτι ἀναστέλλουν τήν λειτουργία τους λόγο τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζει ἡ χώρα μας ἀπό τήν πανδημία, σεβόμενα, ὅπως τονίζεται, τίς ὁδηγίες τῶν εἰδικῶν καί τῆς Πολιτείας ὥστε νά κλείνουν οἱ χῶροι διασκέδασης στήν Περιφέρεια τῆς Ἀττικῆς στίς 12 τά μεσάνυχτα. Δύσκολος χειμώνας ἔρχεται… γενικῶς!»…

Χθές, ἀγαπητοί, ἔφυγε ἀπό τήν ζωή στά 79 του χρόνια ὁ Γιάννης Πουλόπουλος. Ὁ ἑρμηνευτής τοῦ «Δρόμου» τοῦ Μίμη Πλέσσα (μαζί μέ τήν Ρένα Κουμιώτου), τοῦ δίσκου ὁ ὁποῖος πουλήθηκε (στήν Ἑλλάδα) σέ περισσότερα ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο ἀντίτυπα (βινύλια)… Μία ἀπό τίς αἰτίες γιά τίς ὁποῖες ὁ Πουλόπουλος καί ἄλλοι σπουδαῖοι ἑρμηνευτές τοῦ (πραγματικοῦ) λαϊκοῦ τραγουδιοῦ πέρασε (σέ μία πολύ γόνιμη ἡλικία) στό περιθώριο, εἶναι ἡ διασκέδαση αὐτῆς τῆς μορφῆς, ἤτοι τά «Πολιτιστικά κέντρα» πού κατέκλυσαν τήν χώρα μετά τά μέσα τοῦ ’80 καί ἔθεσαν ἐκτός μάχης (ἀφοῦ ἡ τότε «ἄρχουσα τάξη» καί τά ΜΜΕ ἐκεῖ ἐσύχναζαν ἀγεληδόν) ὅποιες «μεγάλες πίστες» ἐπιχειροῦσαν νά προσφέρουν πρόγραμμα ποιότητος στό κοινό τοῦ τάλανος Λεκανοπεδίου. Μέχρι νά ἐνσκήψει ἡ «κουλτούρα» τῆς χαμηλῆς ποιότητος καί τῆς «μέχρι τελικῆς πτώσεως» νυχτερινῆς κραιπάλης, μέ τήν μουσική νά παίζει τόν μικρότερο ρόλο καί τήν ἔνταση τῶν μεγαφώνων (ἡ λεγόμενη «βαβούρα» νά ἔχει τόν πρῶτο λόγο), ἡ νυχτερινή διασκέδαση εἶχε ἄλλους κανόνες.

Ὑπῆρχε ἕνας ἀξιοπρεπής καί καταρτισμένος «μαέστρος», ὁ ὁποῖος συνέθετε τό πρόγραμμα. Τά ὄργανα εἶχαν τό καθένα τόν δικό του ρόλο, καί ὁ ἦχος ἔπρεπε νά εἶναι ἑνιαῖος μέν, ἀλλά νά διακρίνεται ἡ «φωνή» κάθε ὀργάνου καί ὄχι ἕνας συνεχής θόρυβος καί ἕνας μονότονος ρυθμός. Ὁ τραγουδιστής εἶχε λόγο, καί ἡ φωνή του ἔπρεπε «νά βγαίνει» μπροστά, διότι τά κέντρα «πουλοῦσαν» φωνές καί ὄχι «ποτάκια». Θυμᾶμαι τίς πρόβες μας (ὅταν ἐργαζόμουν ὡς μουσικός, ἀρχές τοῦ ’70) στά νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως ὅπου ἐργάσθηκα, νά εἶναι ἐξαντλητικές, τά κομμάτια νά ἑρμηνεύονται μέ ἀκρίβεια καί συναίσθημα. Δέν μποροῦσες νά παρακούσεις τόν Μίμη Πλέσσα, ὅταν σοῦ ἔδινε τίς ὁδηγίες γραμμένες στό χαρτί οὔτε νά μήν σεβαστεῖς τήν φωνή τοῦ Πουλόπουλου, τῆς Κουμιώτη, τοῦ Διονυσίου, τοῦ Βοσκόπουλου, τῆς Μοσχολιοῦ. Αὐτή τήν διασκέδαση ἀναπολῶ καί αὐτή τήν διασκέδαση «ὑπηρέτησε» μέ συνέπεια καί αὐταπάρνηση ὁ Πουλόπουλος καί ὅλοι ὅσοι προανέφερα. Δέν θά μποροῦσε ποτέ νά τραγουδήσει ὁ Γιάννης τόν «Παλιό φωνόγραφο» ἤ τό «Ἔπεσε βαθειά σιωπή», στούς «ναούς» τῆς παραλίας, πού «ἀναστέλλουν τήν λειτουργία τους».

Ἡ ἀπώλεια τοῦ Γιάννη Πουλόπουλου μᾶς θυμίζει τήν ἐποχή πού τό τραγούδι εἶχε στίχο, μελωδία καί, κυρίως, νόημα. Καί ὁ κόσμος μποροῦσε νά τό τραγουδήσει σέ μιά ταβέρνα, μέ μιά κιθάρα! Ἐποχή πού, δυστυχῶς, παραμερίστηκε ἀπό τήν βαρβαρότητα καί τόν θόρυβο!

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.