«Καραντίνα» σημαίνει σαράντα ἡμέρες…

Εἶναι Σάββατο, 7 Νοεμβρίου τοῦ 2020

Ἐκκωφαντική ἡ ἡσυχία στόν δρόμο μας. Σέ σημεῖο πού σέ κάνει νά ἐπιθυμεῖς τό μεγάφωνο τοῦ παλιατζῆ, μέ τήν φωνή μέσα ἀπό τήν κασέτα «Ὅλα τά παλιά μαζεύω»… Ποῦ νά τό φανταζόταν ὁ μακαρίτης ὁ Στράτος, ὅτι θά σκεφτόμουν τό «Πάρε ὅ,τι θέλεις παλιατζῆ» στήν πρώτη ἡμέρα τῆς δεύτερης καραντίνας τοῦ 2020!

Σκέφτομαι νά ἀνέβω στήν ταράτσα νά κοιτάξω τά λουλούδια. Ἀλλά πρέπει νά κατεβάσω καί κάτι χειμωνιάτικα. Δηλαδή τίς ἀθλητικές φόρμες, δυό-τρία τζήν καί κάποια πουλόβερ καί τά μπουφάν. Τά κοστούμια καί τά παλτά θά περιμένουν γιά μία ἀκόμη χρονιά… Κι ἔλεγα νά κατεβάσω ἐφέτος κι ἐκείνη τήν καμπαρντίνα μέ τά φαρδιά πέτα πού εἶχα ἀγοράσει στήν Οὐάσιγκτων, ὅταν πήγαμε ταξίδι μέ τόν (μπαμπᾶ) Μητσοτάκη, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Δέν ἀποφασίζω νά βγῶ στόν δρόμο. Δέν μ’ ἀρέσει αὐτή ἡ νέκρα. Ἀλλά θά βγῶ τό μεσημέρι νά περπατήσω. Θά περπατήσω ὅσο πιό πολύ μπορῶ, γιά νά νιώσω ὅτι μέ κρατοῦν ἀκόμη τά πόδια μου. «Ὅσο περνᾶνε τά χρόνια, νά φροντίζεις τά πόδια σου. Κι ὅσο δένεις μόνος σου τά κορδόνια τῶν παπουτσιῶν σου, δέν ἔχεις πρποβλημα» μοῦ ἔλεγε ὁ πατέρας, ὡς ἰατρός καί γονεύς. Μεταξύ μας, προτιμῶ τά ὑποδήματα χωρίς κορδόνια!

Κάθομαι στό γραφεῖο καί περιδιαβαίνω τό διαδίκτυο. «Γενέθλια σήμερα τῆς Μάρθας Καραγιάννη. Ἔγινε 81 ἐτῶν»… Δηλαδή ἐκεῖνο τό θεσπέσιο πλάσμα, ἐκείνη ἡ «γυναίκα μέ τά ὅλα της», πού μᾶς ἔκανε ὅλους νά ζηλεύουμε ἐκεῖνον τόν τερματοφύλακα τοῦ Παναθηναϊκοῦ καί νά λέμε «μά, τί τοῦ βρῆκε τοῦ ἀσκημάντρα;», πέρασε τά ὀγδόντα! Ἐλαφρῶς μελαγχολῶ ἀλλά ἀμέσως συνέρχομαι. «Ζωή νά ’χει τό κορίτσι!» μονολογῶ καί πάω παρακάτω… Τί ζοῦμε, Θεέ μου; Θά μοῦ πεις οἱ γονεῖς μας ἔζησαν πολύ χειρότερα. Δύο πολέμους, Κατοχή, Δεκεμβριανά, ἀδελφοκτόνο σφαγή. Κι ἐμεῖς δέν θά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε τρεῖς ἑβδομάδες;

Ἐδῶ παρεμβαίνει ὁ ἀφηγητής (δηλαδή ἡ συμβία) καί σέ βάζει στήν θέση σου. «Τί εἶπες; Τρεῖς ἑβδομάδες; Μωρέ καί Χριστούγεννα καί Πρωτοχρονιά καί Θεοφάνεια, γιά νά μήν σοῦ πῶ καί τά γενέθιλα τῆς ἐγγονῆς καί τήν γιορτή τοῦ γιοῦ μας, στίς 18 Ἰανουαρίου, τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, θά τά κάνουμε κλεισμένοι μέσα. Νά μή σοῦ πῶ ὅτι θά μπεῖ καί Μάρτιος» μοῦ λέει καί βάζει μπροστά τό πλυντήριο… Κάθομαι στήν πολυθρόνα καί ἀνοίγω ἕνα βιβλίο. Ἡ καραντίνα προσφέρεται γιά δάβασμα. «Paul. A. Porter. Ζητεῖται ἕνα θαῦμα γιά τήν Ἑλλάδα. Ἡμερολόγιο ἑνός προεδρικοῦ ἀπεσταλμένου 20 Ἰανουαρίου-29 Φεβρουαρίου 1947 Μεταμεσονύκτιες Ἐκδόσεις»… Καί βυθίζομαι, σέ μιά Ἑλλάδα –καί τότε– καθημαγμένη, ἀπεσταλμένος τοῦ Προέδρου Χάρρυ Τρούμαν, προκειμένου νά διαμορφώσει ἄποψη καί νά εἰσηγηθεῖ τά δέοντα.

«Ἴσως νιώσετε τήν ἀνάγκη νά ἀνταποδώσετε τήν φιλοξενία, ἀλλά δέν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπο νά δώσετε σέ ἀντάλλαγμα χρήματα. Οἱ Ἕλληνες, ὅσο φτωχοί καί ἄν εἶναι, εἶναι πολύ περήφανοι καί θά προσβληθοῦν, παρ’ ὅτι οἱ γονεῖς γενικῶς θά σᾶς ἐπιτρέψουν νά δώσετε λεφτά στά παιδιά τους» γράφει ὁ Πόρτερ. Ποῦ χάθηκε, ἄραγε, ἐκείνη ἡ Ἑλλάδα; Ποῦ πῆγε ἐκείνη ἡ περηφάνια; Στό γραφεῖο μου ἡ πέτρα πού ζωγράφισε ἀνορθόγραφα ὁ Μπόστ. «Κέ ἀφτό θά περάσῃ…»

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ