Καλή χρονιά, ἡ ζωή εἶναι γλυκειά…

Εἴθισται, αὐτές τίς ἡμέρες, νά διαβάζετε σχεδόν παντοῦ τόν ἀπολογισμό τῆς χρονιᾶς, τά πιό σημαντικά γεγονότα, τήν ἐκδημία γνωστῶν προσώπων κατά τό ἀπερχόμενο ἔτος, τίς πολιτικές καντρίλιες τοῦ θνήσκοντος δωδεκαμήνου, τά μεγάλα λόγια μικρῶν –συνήθως– προσώπων τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν τήν «σόου μπίζνες» κι ἕνα σωρό ἄλλες ἄχρηστες γνώσεις, ὅπως λέγαμε παλαιότερα.

Ὅσο, ὅμως, μεγαλώνεις, κάθεσαι καί φιλοσοφεῖς τά πράγματα. Ἰδιαίτερα δέ ὅταν ἔχεις διαβεῖ τόν Ρουβίκωνα τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας καί διερωτᾶσαι πόσα ἀκόμη χιλιόμετρα θά σοῦ ἐπιτρέψει νά διανύσεις ἕως νά φθάσεις στό τέλος τῆς διαδρομῆς, τό ρεζερβουάρ τῶν καυσίμων μέ τό ὁποῖο σέ ἐφοδίασαν οἱ δυνάμεις πού μᾶς στέλνουν ἐπί τῆς γῆς καί ἀρχίζεις νά ἀναθεματίζεις ἐκεῖνον πού ἀνακάλυψε τό πῶς μετρᾶμε τόν χρόνο καί ὁ ὁποῖος, ντέ καί καλά, μᾶς ὑποχρεώνει κάθε τριακοστή πρώτη δωδεκάτου, νά προσθέτουμε ἕνα ἀκόμη σβηστό κεράκι, στήν σκοτεινή σειρά τῶν καβαφικῶν κηρίων…

Τώρα θά πεῖτε «Καλά, ἄν δέν εἶχε ἀνακαλυφθεῖ ὁ συγκεκριμένος τρόπος ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου, τί καλύτερο θά μποροῦσε νά συμβεῖ; Δέν θά γερνούσαμε; Δέν θά ἐπήρχετο ἡ φθορά τοῦ χρόνου; Δέν θά ὑπῆρχαν ρυτίδες, λευκά ἤ καθόλου μαλλιά ἐπί τῆς κεφαλῆς καί ἄλλες διάφορες μεταβολές στόν ὀργανισμό, μέχρι νά κατέβει ὁ γενικός διακόπτης;».

Φυσικά καί θά ὑπῆρχε φθορά, φυσικά καί θά ὑπῆρχαν ὅλα ὅσα ὑπάρχουν καί σήμερα. Δέν θά ὑπῆρχε, ὅμως, τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού κάνει τόν χρόνο βαρύ καί ἀσφυκτικό. Ἡ μέτρηση! Θά ἔλειπε τό συναίσθημα καί τό ἐρώτημα: «Πόσος, ἆρά γε, χρόνος μοῦ ἀπομένει ἀκόμη;».

Προχθές, ὁ ὁ Μανώλης (ὁ «κατσαρίδας» τῆς παρέας, ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει ὅποια χειρουργική ἐπέμβαση μπορεῖ νά κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι μιά χαρά, ἐπιβιώνοντας ὡς κατσαρίδα) ἔλεγε, καθώς ὁ Νάσος ἔσβηνε τά κεράκια τῶν ἑξηκοστῶν πέμπτων ἐτῶν του: «Ἄντε, πόση ζωή μᾶς ἔμεινε ἀκόμη; Ἕνα …σάμαλι ζωῆς!»…

Ἀπορήσαμε ὅλοι μέ τήν ἄποψή του. «Σάμαλι»; Ποῦ τό θυμήθηκε ὁ ἄτιμος τό σιροπιαστό ἐκεῖνο ἀνατολίτικο γλύκισμα, πού ἀπολαμβάναμε στά διαλείμματα τῶν συνοικιακῶν κινηματογράφων, μέ τόν πωλητή νά διαλαλεῖ «σάμαλι, κώκ, λεμονάδες» καί, φυσικά, ὑποβάλαμε τήν ἀνάλογη ἐρώτηση: «Δηλαδή, τί ἐννοεῖς;».

«Ἐννοῶ ὅτι στό ταψί μέ τό γλύκισμα τῆς ζωῆς μας ἔχει μείνει μιά γωνίτσα. Καί πρέπει νά κοιτάξουμε νά τήν ἀπολαύσουμε, καθ’ ὅτι μετά …δέν ἔχει ἄλλο» ἀπεφάνθη…

Εἶναι μιά ἄποψη, σεβαστή καί ἀληθοφανής. Ἄν τό σκεφθεῖ κανείς, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στόν κόσμο ἐπιμένουν ὅτι «ἡ ζωή εἶναι γλυκειά». Ὁ Φελλίνι ἔκανε ὄνομα μέ τήν «ντόλτσε βίτα», ἡ Βλαχοπούλου ἔκανε σουξέ μέ τό «γλυκειά ζωή». Βεβαίως, ὑπῆρξε καί ὁ Σῶτος Παναγόπουλος, πού μᾶς ἔλεγε ὅτι «ἡ ζωή εἶναι μικρή, ἀλλά δέν εἶπε ὅτι δέν εἶναι συγχρόνως καί γλυκειά.»

Νά, λοιπόν, μιά μελωμένη ἄποψη. Ἡ ζωή εἶναι ἕνα λαχταριστό γλύκισμα, τό ὁποῖο καλεῖσαι νά καταναλώσεις δίχως νά βιαστεῖς, ὥστε νά τό ἀπολαύσεις. «Δηλαδή ἄν ποῦμε ὅτι μᾶς ἔχει μείνει “ὁ μπακλαβᾶς γωνία”, δέν θά εἶναι τό ἴδιο;» ρωτήσαμε τόν εὐλαλήσαντα. «Τό ἴδιο εἶναι, ἀφοῦ εἶναι σιροπιαστό! Τό μυστικό βρίσκεται στό σιρόπι!» ἦταν ἡ ἀπάντηση. Καί συμφωνήσαμε ἅπαντες…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ