Και τοῦ χρόνου, νά ξανατσικνίσουμε!

Τό ’χουμε ἔθιμο κάθε Τσικνοπέμπτη τό μεσημέρι νά στήνουμε στήν αὐλή τήν ψησταριά καί νά τό «τσικνίζουμε».

Οὐδεμία σχέση εἴχαμε καί (δέν θέλουμε νά) ἔχουμε μέ τούς «Βίγκαν» καί γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές ξαμολιόμαστε τό πρωί τῆς Πέμπτης στίς ἀγορές καί ψωνίζουμε τά κρέατα, πού ὁ καθείς θά συνεισφέρει στό τσιμπούσι. Παλαιότερα, ὅταν ζούσαμε δηλαδή κανονικά, κάθε χρόνο ἕνας ἀπό τήν παρέα ἀναλάμβανε ὅλα τά ἔξοδα καί, βοηθούμενος ἀπό τήν συμβία, ἑτοίμαζε τό τραπέζι. Καί οἱ λοιποί τά βρίσκαμε ἕτοιμα.

Τώρα, πού τά ἔσοδά μας ἔχουν μειωθεῖ κατά 70%, δουλεύει τό παλαιό σύστημα τῶν γονέων μας, ὁ περίφημος «ρεφενές». Ἐπειδή, δέ, μόνον ἐμεῖς διαθέτουμε ἀπό τήν παρέα αὐλή, ἡ θυσία στούς Θεούς (ἐξ οὗ καί ἡ κνῖσα, πού ἀναπέμπεται ἀπό τά σφάγια) λαμβάνει χώρα στό δικό μας σπίτι.

Βεβαίως, γιά νά ἀποφύγουμε τό «κακό μάτι» ἀλλά καί τήν «γλωσσοφαγιά» τυχόν κακόβουλων περιοίκων, ἡ συμπεθέρα μας, μέ τό πού ἀνοίγει τήν πόρτα, φωνάζει δυνατά γιά νά ἀκουστεῖ καί παραέξω: «Βρέ, καλῶς τόν Κωστάκη! Βλέπω ἔφερες τά παϊδάκια, ἔ; Καί τοῦ χρόνου!». Καί σέ λίγο «Καλῶς ὁρίσατε, Ἑλενίτσα μου! Φέρατε τά λουκάνικα, ἔ; Καλά νά εἶστε, καί τοῦ χρόνου!»…

Ἀρχικά ἀπόρησα γιά ὅλες αὐτές τίς χαιρετοῦρες στήν διαπασῶν, ἀλλά ἔλαβα ἀπάντηση ἀποστομωτική. «Γιά νά μή λένε, συμπέθερε! Δέν ξέρεις τί ζημιά μπορεῖ νά σοῦ κάνει ἡ γλωσσοφαγιά! Καί νά πῶ ὅτι ἔχουμε, νά πάει στήν εὐχή. Ἀλλά, ἀφοῦ δέν ἔχουμε, γιατί νά μήν τό λέμε;»… Κάτι πῆγα νά πῶ, ἀλλά εἶδα τό βλέμμα τῆς κυρίας μου καί κατάλαβα ὅτι ἦταν προτιμότερο νά σιωπήσω. Ἔτσι καί χθές, μαζευτήκαμε τρεῖς οἰκογένειες στήν αὐλή, εἶχα ἀνάψει ἀπό νωρίτερα τήν φωτιά στήν ψησταριά, ἕναν παλιό θερμοσίφωνα κομμένο στή μέση, τήν ὁποία δέν ἀλλάζω μέ καμία ἀπό τίς σύγχρονες «μπάρμπεκιου», καί περίμενα τά κοψίδια, μιά καί ἐφέτος μοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ νά βάλω τά κρασιά…

Κατά τίς δύο, μέ τό πού ἔκλεισε τό μαγαζί, ἦρθε ὁ Ὀρέστης μέ τήν κυρά του. Παντσέτες καί λουκάνικο ἀπό τό χωριό, Ἰστιαία Εὐβοίας. Παραδόθηκαν στήν κουζῖνα καί σχεδόν ἐν ριπῆ ἦλθαν στόν ψήστη ἕτοιμα, κομμένα, ἁλατισμένα. «Νά σκάσουνε οἱ βίγκαν ὅλου τοῦ κόσμου» ἀνεφώνησε ὁ Ὀρέστης καί γέμισε τά ποτήρια μας μέ Ἁγιωργίτικο Νεμέας ἀπό τόν Παλυβό!

Σέ κανά τέταρτο, ὁ Παναγιώτης μέ τήν Μαρούλα, καράβλαχος ἀμετανόητος, κατέφθασε μέ γαρδουμπάκια, παϊδάκια ἀρνίσια καί συκώτι μοσχαρίσιο! «Νά σκάσουνε οἱ ὀχτροί μας, ρέ! Καί τοῦ χρόνου νά ’μαστε ὄρθιοι, ρέ!». Φιλόμουσο παιδί, τό «ρέ» τό ἔχει στό στόμα του ἀπό βρέφος! Καί τοῦ δώσαμε καί κατάλαβε, καί φεύγανε τά κοψίδια «ἀφρός» ἀπό τήν ψησταριά καί τά μπουκάλια μέ τό κρασί ἀδειάζανε σάν νά ἦταν ἐλαττωματικά καί ὅλοι εὐχόμασταν «Καί τοῦ χρόνου, νά εἴμαστε ὅλοι πάλι ἐδῶ». Καί τώρα ἔχουν τεζάρει ὅλοι, γεμᾶτοι οἱ καναπέδες καί μόνον ὁ δυστυχής γραφιᾶς ἐργάζεται δι’ ὑμᾶς. Καί τοῦ χρόνου!

Απόψεις

Η μαγεία της θάλασσας στον κινηματογράφο

Εφημερίς Εστία
Aλλοτε απέραντη και γαλήνια, άλλοτε τρομακτική και αδυσώπητη, η θάλασσα υπήρξε ένας από τους πιο δυνατούς «πρωταγωνιστές» στην ιστορία του σινεμά

Αποστολάκος: «Η τέχνη μπορεί -και εννοείται το έχει κάνει- να αλλάξει ολόκληρες κοινωνίες και πολιτισμούς»

Εφημερίς Εστία
Για τον Νίκο Αποστολάκο η τέχνη δεν υπάρχει για να εξηγεί τα πάντα, αλλά για να γεννά εικόνες, συναισθήματα και ερωτήματα.

Ἡ ἡρωική νῆσος Ρῶ στό στόχαστρο τῆς Ἀγκύρας

Εφημερίς Εστία
Ἀπειλοῦν μέ νέα Ἴμια μέσω τοῦ CNN Turk ἐπειδή κτίσθηκαν ἐκεῖ ξενῶνες μέ δωρεά ἰδιωτῶν

Ἡ μάχη γιά τό Αἰγαῖο δίδεται στήν Κύπρο

Εφημερίς Εστία
τοῦ Εὐθ. Π. Πέτρου

Ένα απέραντο ξέφραγο αμπέλι τά καλοκαίρια…

Δημήτρης Καπράνος
Γιά νά δούμε κάποια σημαντικά πράγματα. Κατά τό άρθρο 104 τού Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, ό πλοίαρχος «έχει τήν εὐθύνη τής διοικήσεως τού πλοίου».