Καί ποιά είναι, δηλαδή, «Ἡ Αὐγή»;

Ξημερώματα τῆς 21ης Ἀπριλίου τοῦ 1967, ἡ γειτονιά μας, στήν Νίκαια, εἶχε ἀναστατωθεῖ.

Γνώριζα ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς γείτονές μας ἦταν ἀριστεροί καί τά μαντᾶτα γιά τήν ἐπιβολή τοῦ νέου καθεστῶτος δέν ἦταν εὐχάριστα. Ἡ κυρά- Οὐρανία, ἡ διπλανή μας, ἡ γυναῖκα τοῦ ψαρᾶ, πού κάθε τόσο μᾶς ἔφερνε φρέσκο ψάρι ἀπό τό Φάληρο, εἶχε ἀρχίσει τήν ἀναμετάδοση: «Πιάσανε τόν Μπάμπη καί τόν ἀδελφό τῆς κυρά- Δημητρίας πού ἤντουσαν στό Κόμμα» τήν ἄκουσα νά λέει.

Σέ λίγο, κατά τίς ἑφτάμισι, πού εἴχαμε σηκωθεῖ γιά τό σχολεῖο, πού τελικά ἔμεινε κλειστό, χτύπησε τό κουδούνι ὁ Ἄγγελος Μαστοράκης, φίλος παιδικός, μέλος τοῦ ρόκ συγκροτήματός μας, μακαρίτης πλέον, ὁ ὁποῖος ἐξελίχθηκε σέ συγγραφέα καί διευθυντή τοῦ ἔνθετου «9» τῆς «Ἐλευθεροτυπίας».

«Ἔλα σπίτι νά μέ βοηθήσεις, εἶναι ἀνάγκη» μοῦ λέει καί σέ λίγο εἴχαμε ἀνάψει φωτιά σέ ἕνα σιδερένιο βαρέλι πού εἶχαν στήν αὐλή του καί καίγαμε τά ἑκατοντάδες φύλλα τῆς «Αὐγῆς», πού στοίβαζε ὁ θεῖος του, ἐνεργός ἀριστερός, στό ὑπόγειο τῆς μονοκατοικίας τῆς ὁδοῦ Ἑπταλόφου, στήν Νίκαια.

Ὁ πατέρας τοῦ Ἄγγελου ἦταν μηχανικός στά βαπόρια καί ἔλειπε γιά χρόνια. Τήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν, τοῦ Ἄγγελου καί τοῦ Λευτέρη, εἶχαν ἐπωμισθεῖ ἡ γυναῖκα του καί ὁ ἀδελφός της, ἕνας σκληρός κομμουνιστής, πού θεωροῦσε τούς Μπήτλς «ὄργανο τοῦ καπιταλισμοῦ» καί τό ρόκ «ναρκωτικό τῆς νεολαίας».

Ὁ θεῖος Γιάννης, λοιπόν, μάζευε τίς «Αὐγές» στό ὑπόγειο καί μᾶλλον τίς φύλαγε γιά νά τίς διαβάσει καλύτερα ὅταν θά ἐρχόταν ὁ σοσιαλισμός. Τόν πρόλαβε, ὅμως, ὁ Παπαδόπουλος!

Ἡ «Αὐγή», λοιπόν, ἦταν ἐκεῖνα τά χρόνια, πού τό ΚΚΕ τελοῦσε ἐκτός νόμου, τό «Κοράνι» τῶν Ἑλλήνων ἀριστερῶν, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι οἱ ἀνατολικές χῶρες ἦταν παραδεισένιες καί ὁ κομμουνισμός θά ἔκανε κάποια στιγμή κόκκινο ὅλο τόν κόσμο.

Κι ἐμεῖς, δύο παιδιά δεκαεφτάρικα, πετούσαμε στό σιδερένιο βαρέλι τίς ἐφημερίδες πού καθημερινά ἀγόραζαν χιλιάδες πολῖτες καί οἱ περισσότεροι ἔκρυβαν τήν «Αὐγή» μέσα στά «Νέα», πού ἀγόραζαν ἀπό τό περίπτερο.

Αὐτή τήν «Αὐγή», λοιπόν, ἀποφάσισε νά κλείσει (τό καθημερινό φύλλο) ὁ κύριος Κασσελάκης. Βεβαίως, ἡ δική του «Ἀριστερά», εἶναι καπιταλιστική. «Δέν βγάζεις λεφτά; Κλείνεις». Αὐτό εἶναι τό «πιστεύω» τοῦ νεαροῦ ἀπό τό Μαϊάμι (καί τόν Πειραιᾶ), ὁ ὁποῖος δέν ἔχει ἰδέα γιά τό ποιός ἦταν ὁ Τάσος Βουρνᾶς, ὁ Γρηγόρης Γιάνναρος, ὁ Σοφιανός Χρυσοστομίδης, ὁ Κώστας καί ὁ Λεωνίδας Κύρκος καί ὅσοι ἐργάσθηκαν γιά τήν ἱστορική αὐτή ἐφημερίδα τῆς Ἀριστερᾶς.

Διαβάζοντας δέ τό ρεποτάζ γιά τήν ὁμόφωνη ἀπόφαση τοῦ ἀνιστόρητου διευθυντηρίου τῆς Κουμουνδούρου νά ἀναστείλει τήν καθημερινή ἔκδοση τῆς «Αὐγῆς», θυμήθηκα τά λόγια καλοῦ μου φίλου καί συναδέλφου, πού μοῦ τά εἶπε ἔπειτα ἀπό δυό-τρία ποτά σέ μπάρ τῆς Ἀθήνας.

«Ὁ Κασσελάκης, φίλε μου, εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά σταθεῖ ἀπέναντι στόν Κυριάκο. Ὁ μόνος!» Τόν κοίταξα μέ ἀπορία καί ρώτησα τό «γιατί». Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἀπρόσμενη, ἀλλά τώρα βλέπω ὅτι ἔχει, ἐν μέρει, δίκιο.

«Ἐπειδή ἔχει παντελῆ ἄγνοια! Ἐπειδή δέν ἔχει ἰδέα γιά τό ποῦ βρίσκεται. Ἐπειδή τοῦ εἶπα νά μιλήσει στόν Ἀλαβάνο καί μέ ρώτησε: “ποιός εἶναι ὁ Αλαβάνος;”»! Καί ποιά εἶναι «Ἡ Αὐγή»; συμπληρώνω…

Απόψεις

Τά ἀποτελέσματα τῆς βάναυσης πολιτικοποίησης τῆς ΔΕΘ

Εφημερίς Εστία
Η Διεθνής Ἔκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) ἱδρύθηκε τό 1926 καί ἄνοιξε τίς πύλες της τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου ἔτους, μέ κύριο, ἄν ὄχι ἀποκλειστικό, σκοπό τήν ἐνίσχυση τῆς οἰκονομίας τῆς Βορείου Ἑλλάδος

Συντεταγμένη ὀπισθοχώρησις ἀπό τήν Διακήρυξη τῶν Ἀθηνῶν!

Μανώλης Κοττάκης
Τριπλή παρέμβασις Ροζάκη-Γεραπετρίτη-Διαμαντοπούλου: Κατηγοροῦν τήν Τουρκία γιά διαφωνία στήν ἑρμηνεία της, γιά μονομερεῖς ἐνέργειες μέ ἀφορμή τά πάρκα καί καλώδια καί προτείνεται ἡ κατάθεσις χαρτῶν καί συντεταγμένων!

Μέ μισθούς Βαλκανίων καί τιμές Δυτικῆς Εὐρώπης!

Εφημερίς Εστία
Ἐγκλωβισμένη στά δεσμά τῆς ἀκρίβειας ἡ Ἑλλάδα

Ἐπικίνδυνο γιά τήν ΕΡΤ τό «Φιόρδ», ἡ ταινία γιά τόν Χριστιανισμό καί τήν οἰκογένεια!

Εφημερίς Εστία
Παρομοιάζει τό ἀριστουργηματικό φίλμ μέ «ἄρθρο συντηρητικῆς χριστιανοδημοκρατικῆς φυλλάδας» καί κατηγορεῖ τήν ταινία πώς ταυτίζει τήν woke ἀτζέντα μέ τόν ὁλοκληρωτισμό

Τά τραγούδια δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση…

Δημήτρης Καπράνος
Προσπαθῶ, καμμιά φορά, νά ἀκούσω τά σημερινά τραγούδια, πού ἀκούει τό «εὐρύ κοινό»