Ἡ ἀβάσταχτη ἐλαφρότητα τῆς ἀριστοκρατίας…

Γνώρισα πολλούς «δικαιωματιστές»

Ἀριστερούς –ἀριστοκράτες– πού πιστεύουν σέ ἕναν καλύτερο κόσμο (ὅπως ὅλοι μας), ἀντιπαθοῦν τούς μπάτσους (ἀλλά σπεύδουν νά τούς καλέσουν ἄν κάποιος γδάρει τό πολυτελές «πολυμορφικό» τους), ντύνονται πάντα σπόρ ἀλλά μέ τίς καλύτερες «φίρμες» καί καπνίζουν ἐγγλέζικα ἄφιλτρα ἤ ἐκεῖνα τά δύσοσμα γαλλικά «γκωλουάζ»…

Εἶναι ὑπέρ ὅλων τῶν «προοδευτικῶν» ἀπόψεων. Ὑπέρ τῶν ἀμβλώσεων (ὅπως καί οἱ περισσότεροι φιλελεύθεροι), ὑπέρ τοῦ συμφώνου συμβιώσεως ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου (ὅπως οἱ περισσότεροι φιλελεύθεροι) καί ὑπέρ τῆς νομιμοποιήσεως τῶν «μαλακῶν» ναρκωτικῶν (ὅπως καί οἱ περισσότεροι φιλελεύθεροι)…

Ποῦ βρίσκεται ἡ διαφορά μεταξύ τῶν δύο κατηγοριῶν; Πουθενά, καθώς ἡ «προοδευτικότητα» δέν ἀποτελεῖ πλέον μονοπώλιο τῆς –ὅποιας– ἀριστερᾶς.

Ἔπρεπε, λοιπόν, νά βρεθεῖ ἕνα σημεῖο πού νά μήν «τακιμάζει» (ταυτίζεται) ἡ «σινιέ» ἀριστερά μέ τούς «φιλελέδες». Καί βρέθηκε, στό πλέον ἀπεχθές καί φρικῶδες πρόσωπο!

Στό πρόσωπο τοῦ δολοφόνου ἕνδεκα ἀνθρώπων, στό πρόσωπο ἑνός τρομοκράτη, καταδικασμένου 11 φορές σέ ἰσόβια καί οὐδέποτε ἀνανήψαντος. «Βρέ εἶστε καλά; Πᾶτε καί στηρίζετε αὐτό τό διεστραμμένο ὑποκείμενο, πού σκότωνε …ἐπειδή τόν πίεζε ἡ γυναίκα του γιά νά τήν πάει διακοπές;» ἔλεγα σέ ὅποιον «δικαιωματιστή» μοῦ ἀνέπτυσσε τίς γελοῖες θεωρίες περί τῶν «δικαιωμάτων ἑνός καταδίκου»… Ἡ ἀπάντηση ἦταν πάντοτε περιφραστική. Ἄρχιζε μέ τό «ὁποιοσδήποτε καί ἄν ἦταν στήν θέση τοῦ Κουφοντίνα τό ἴδιο θά ἔλεγα», πήγαινε σέ «ἕνα εὐρωπαϊκό κράτος δικαίου δέν μπορεῖ νά πεθάνει ἀπεργός πείνας», συνεχιζόταν μέ τό «δέν ὑπερασπίζομαι τήν τρομοκρατία καί τόν δολοφόνο ἀλλά τά συνταγματικά μας δικαιώματα» καί κατέληγε μέ τό «ἡ κυβέρνηση παίρνει τό ρίσκο καί θά φτιάξει ἕναν ἥρωα γιά τό περιθώριο»…

Κάποιο, μάλιστα, μοῦ μοστράριζαν καί τόν –ἀληθινό ἥρωα– τόν Ἰρλανδό Βουλευτή τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου Μπόμπι Σάντς, λέγοντας ὅτι «θά γίνει τό ἴδιο καί μέ τόν Κουφοντίνα»… Στήν ἀρχή ἐκνευριζόμουν. Ἀλλά –ἐπειδή τυγχάνει νά ἔχω δεῖ ἀπό πολύ κοντά τούς «σαχλόμαγκες» τῆς 17Ν καί νά ἔχω συνομιλήσει μαζί τους, ὡς μάρτυς στήν περίφημη δίκη– εἶπα νά ἀρχίσω τό «δούλεμα»… Ρωτοῦσα, λοιπόν: «Κι ἄν ἀρχίσει αὔριο ἀπεργία πείνας καί δίψας τό ἄλλο ἀπόβρασμα, ἐκεῖνος ὁ χρυσαυγίτης πού δολοφόνησε τόν Φύσσα; Θά πάρετε τό μέρος καί θά ταχθεῖτε ὑπέρ τῶν δικαιωμάτων του;». Ἡ ἀπάντηση ἦταν ἴδια ἀπό ὅλους! «Δέν πρόκειται ποτέ νά τό κάνει αὐτό ὁ Ρουπακιᾶς!». Ἡ μπάλα στήν ἐξέδρα, δηλαδή. Ἔπειτα, περνοῦσα σέ ἄλλο «λάκκο στή φάβα». Ρωτοῦσα πῶς εἶναι δυνατόν ἕνας δολοφόνος ὁ ὁποῖος ἔχει δηλώσει ὅτι δέν ἀναγνωρίζει τούς Νόμους τῆς χώρας –γι’ αὐτό καί ἀρνήθηκε νά ἀπολογηθεῖ στό δικαστήριο– τώρα νά τούς ἐπικαλεῖται. Κι ἐδῶ ἡ ἀπάντηση ἦταν σχεδόν ἀπό ὅλους πανομοιότυπη. «Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει τί κάνει ἐκεῖνος, ἀλλά τί κάνει ἡ ἑλληνική δημοκρατία.» Ἄλλα ἀντ’ ἄλλων, δηλαδή… Τέλος, τούς ζητοῦσα νά στοιχηματίσουμε ὅτι ὁ Κουφοντίνας δέν θά πέθαινε καί θά ἔλυνε τήν ἀπεργία του. Κανείς δέν ἔβαλε στοίχημα. Ἀπό τήν ἔκβαση τῆς ὑποθέσεως καταλαβαίνω ὅτι πίστευαν πώς θά τό χάσουν! Ἄ, νά μήν ξεχάσω καί τό «σλόγκαν». Ὅταν μοῦ ἔλεγαν περί Μπόμπι Σάντς, ἀπαντοῦσα μέ τό δίστιχο: «Γιά νά γίνεις Μπόμπι Σάντς, πρέπει νά ’χεις καί τά “γκάτς”!»…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ