Χωρίς πανηγύρια, καιρός γιά ἀναθεώρηση

Καί τώρα τί θά κάνουμε χωρίς πανηγύρια; Πῶς θά περάσει ἐτοῦτος ὁ Αὔγουστος; Ποῦ θά «ξεδώσουμε» καλοκαιριάτικα;

Μεταξύ μας, ἀγαπητοί, νομίζω ὅτι ἀλληλο-δουλευόμεθα! Καί ἴσως ἡ ἐφετινή «ἀπαγόρευση» τῶν πανηγυριῶν λόγω τοῦ κορωνοϊοῦ νά εἶναι μία καλή εὐκαιρία γιά ἀναθεώρηση καί «ἐπανεκκίνηση» τῶν πανηγυριῶν, τά ὁποῖα ἔχουν ἀπό καιρό ἀπολέσει τόν λαϊκό καί δημώδη χαρακτῆρα τους…

Δέν γνωρίζω ἐάν ἔχει τύχει νά βρεθεῖτε σέ κάποιο σύγχρονο πανηγύρι, ἀλλά ἐάν ἔχει συμβεῖ αὐτό, θά συμφωνήσετε, πιστεύω, μαζί μου γιά τήν χαμένη ταυτότητα τῶν συγκεκριμένων ἐκδηλώσεων, τά ὁποῖα μέχρι πρό τινος ἀποτελοῦσαν τήν «σφραγῖδα» τοῦ καλοκαιριοῦ.

Κατ’ ἀρχήν τά ὄργανα. Εἶναι δυνατόν νά ἀπολαύσεις δημοτικό τραγούδι ὑπό συνθῆκες μπουζουκιῶν; Τί δουλειά ἔχουν στό δημοτικό τραγούδι οἱ τεράστιοι ἐνισχυτές, οἱ ἠλεκτρικές κιθάρες, τά τύμπανα, ὁ «ἠλεκτρικός» ἦχος στό κλαρῖνο καί οἱ ἀνατολίτικοι ρυθμοί;

Δημοτικό τραγούδι σημαίνει κλαρῖνο, βιολί, λαοῦτο, νταούλι, σαντούρι, κανονάκι, ζουρνᾶς καί ἄλλα παραδοσιακά ὄργανα. Σέ ἄλλες περιοχές, τά ὄργανα ἀλλάζουν, ἀλλά εἶναι συμβατά μέ τά τραγούδια καί τόν ἦχο τους. Στήν Μακεδονία ἔχουμε τά χάλκινα πνευστά, τήν πίπιζα, τήν γκάιντα, τήν «γκράν-κάσα». Ἀλλά δέν ἔχουμε τήν ἠλεκτρική κιθάρα νά παίζει ἐκεῖνα τά ἐκνευριστικά μπάσα, τό «ἁρμόνιο» νά ἀντικαθιστᾶ –ἀνεπιτυχῶς– τό σαντούρι ἤ τό ἀκορντεόν, τό κλαρῖνο νά ἀκούγεται σάν σειρῆνα ἀσθενοφόρου καί τήν φωνή τοῦ τραγουδιστῆ ἤ τῆς τραγουδίστριας νά βγαίνει ἀπό τά βάθη τῶν μεγαφώνων, ὅπως ἀκριβῶς οἱ φωνές τῶν «λαϊκῶν» ἀοιδῶν σέ ἐκεῖνες τίς «μεγάλες πίστες, ὅπου μοναδικός στόχος εἶναι ἡ δημιουργία συνθηκῶν παραζάλης καί ἡ ὤθηση σέ ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες ἀλκοόλ»!

Δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει τά πανηγύρια νά μεταβάλλονται σέ «μεγάλες πίστες», σέ «πολιτιστικά κέντρα» ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Εὐάγγελου Γιαννόπουλου, ὁ ἦχος νά εἶναι ἐκκωφαντικός ἕως «ἀκαταλαβίστικος» καί οἱ παραδοσιακοί χοροί, ὁ τσάμικος, τά καλαματιανά, τά συρτά, νά ἑρμηνεύονται μέ τρόπο βάρβαρο, ὁ ὁποῖος οὐδεμία ἔχει σχέση μέ τήν δημοτική μας παράδοση.

Ἐπιτρέψτε μου νά ἐκφέρω ἄποψη γιά μία σπουδαία φωνή, τήν Γωγώ Τσαμπᾶ, ἡ ὁποία, ὅμως, τραγουδᾶ τά «σύγχρονα» δημοτικά, κάτι μεταξύ «σκυλάδικου» καί «σαματᾶ», καί ἀδικεῖ τό ταλέντο της.

Νομίζω ὅτι στά νησιά τά πανηγύρια εἶναι πολύ πιό κοντά στήν παράδοση. Ἐκεῖ δέν ἔχει ἀκόμη ἐπικρατήσει ὁ «θόρυβος», ἐκεῖ τό λαοῦτο ἐξακολουθεῖ νά δίνει τόν ρυθμό, τό βιολί νά «βγαίνει μπροστά», τό σαντούρι νά ἐκτελεῖ πιστά τά καθήκοντα τοῦ ὀργάνου συνοδείας, τό τουμπερλέκι νά ἠχεῖ σωστά καί τήν τσαμπούνα, ὅποτε χρειαστεῖ, νά ἐπιβάλλεται.

Ναί, εἶναι ὀδυνηρό γιά τούς (καλούς) μουσικούς καί τούς τραγουδιστές νά μένουν ἐφέτος χωρίς τά πανηγύρια, πού ἀποτελοῦν τήν κύρια (και ἴσως μοναδική) πηγή εἰσοδήματος, εἶναι κρῖμα καί γιά τούς ἐπιχειρηματίες τῆς ἐπαρχίας, πού περίμεναν τά πανηγύρια «πῶς καί πῶς», ἀλλά ἄς σκεφθοῦν λίγο καί τήν παράδοση καί ἄς ἀναθεωρήσουν τίς ἀπόψεις τους γιά τό πῶς πρέπει νά ὀργανώνεται τό πανηγύρι καί πῶς πρέπει νά ἀκούγεται –ὥστε νά διατηρεῖται– ἡ παραδοσιακή μας μουσική καί τό τραγούδι. Ναί, στά πανηγύρια, ἀλλά ἄς μήν εἴμαστε –αἰσθητικά– «γιά τά πανηγύρια»!

Απόψεις

«Μήν ψάχνεις τό χωριό! Στό νεκροταφεῖο εἶναι…»

Μανώλης Κοττάκης
Συνέβη σέ ἕνα χωριό τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας, τό ὁποῖο ἐπισκέπτεται κατά καιρούς ἕνας ὑπουργός πού κατάγεται ἀπό ἐκεῖ, γιά νά ἀνάψει ἕνα κερί στόν τάφο τῶν γονέων του.

Ἀνίερες συμμαχίες

Μύρνα Νικολαΐδου
Καί ὅμως, ὅλα μποροῦν νά συμβοῦν ὅταν τό συμφέρον τό ἐπιτάσσει.

«Τρῦπα» στό ἀσφαλιστικό σύστημα βλέπει ὁ Διοικητής τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
Ἀδυνατεῖ νά ἐξασφαλίσει στήν Εὐρώπη καί εἰδικώτερα στήν Ἑλλάδα «ἐπαρκῆ ποσοστά ἀναπληρώσεως γιά τούς ἐργαζομένους» – Ζητεῖ νά ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀσφαλιστική καί ἐπενδυτική κουλτούρα στήν πατρίδα μας ἐννοῶντας νά μετέχουν οἱ ἀσφαλισμένοι σέ συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά σχήματα πού ἀγοράζουν μετοχές καί ὁμόλογα

Θά χωρίσουμε τόν Ποινικό Κώδικα σέ «Ἀνδρῶν» καί «Γυναικῶν»;

Μανώλης Κοττάκης
Τό σύνδρομο τῆς ἀπορρίψεως εἶναι ἡ αἰτία, ὄχι τό φῦλο

Κατά 2,3 δισ. εὐρώ αὐξήθηκε τό χρέος σέ ἀπόλυτες τιμές

Εφημερίς Εστία
Παρά τήν συνεχιζομένη ἀποκλιμάκωση τοῦ λόγου χρέους πρός ΑΕΠ, τά στοιχεῖα δέν δικαιολογοῦν ἐφησυχασμό.