Ὅποτε ταξιδέψω –χωρίς νά ὁδηγῶ–, θά πάρω μαζί μου ἕνα βιβλίο
Στό ἀεροπλάνο, στό τραῖνο, στό λεωφορεῖο, θά διαβάσω. Ποτέ δέν μπορῶ νά κοιμηθῶ ὅταν βρίσκομαι «στόν ἀέρα». Ἔτσι, στό πρόσφατο ταξίδι μου Ἀθήνα-Λονδῖνο-Ἀθήνα, διάβασα τό βιβλίο τῆς Λένας Διβάνη «Ἔτσι τελειώνει ὁ κόσμος». Ἕνα πόνημα πλέον τῶν 450 σελίδων, ἀπό τίς ἐκδόσεις Πατάκη.
Τήν συγγραφέα τήν γνωρίζω ἀπό ἄλλα της ἔργα καί ἔχω ἐκτιμήσει τήν γραφή της, πού εἶναι σύγχρονη (στό ὕφος καί τήν γλῶσσα), ἀλλά διατηρεῖ τίς κλασσικές δομές ἑνός μυθιστορήματος-σεναρίου, οἱ ὁποῖες τό καθιστοῦν ἐνδιαφέρον.
Τό βιβλίο ἀναφέρεται στήν σύγχρονη ἑλληνική πολιτική σκηνή. Πότε μέ «ἀληθινά» ὀνόματα καί πότε μέ ὀλίγον παρεφθαρμένα. Ὡστόσο, ἡ ἱστορία της μοιάζει ἀπολύτως ζωντανή καί, γιά ὅποιους ἔχουν ἐντρυφήσει στήν πολιτική καί ἰδίως γιά ὅσους ἔχουν «τσουρουφλιστεῖ» ἀπό αὐτήν, εἶναι «πολύ μέσα στά πράγματα».
Ἡ Διβάνη μᾶς δίνει τήν εἰκόνα τῆς σημερινῆς πολιτικῆς πραγματικότητας στήν πατρίδα μας, ἐγγίζει καί «καρφώνει» τήν ἀπροκάλυπτη εἰσβολή τοῦ πλούτου καί τῆς εὐημερούσης ὑποκουλτούρας στόν πολιτικό στίβο, ἀναφέρει καθαρά τίς ἀδυναμίες καί τά σφάλματα τῶν πολιτικῶν μας καί περιγράφει τήν σύγχρονη –ἄκρως ἀνησυχητική καί ἐπικίνδυνη– κατάσταση, τῆς ἀνόδου τῆς «βαβούρας», τῆς «θολούρας», τῶν κούφιων συνθημάτων, τῆς συνωμοσιολογίας καί, γενικῶς, ἄλλων μεθόδων πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἀκραία ἀντίληψη τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία –τό βλέπουμε πλέον ἐμφανῶς– κερδίζει συνεχῶς ἔδαφος καί ἐπιχειρεῖ νά θεμελιώσει δικαίωμα στήν διακυβέρνηση τοῦ τόπου.
Ἡ ἀκατάσχετη κινδυνολογία, ἡ συνωμοσιολογία, ἡ συνεχής «καταγγελία» τῶν πάντων, οἱ ἀνέξοδες βαρειές ἐκφράσεις ὅπως «προδότες», «ἐπικίνδυνοι» καί ἄλλα «κοσμητικά», εἶναι σέ πρῶτο πλάνο, ὅταν μιά πλούσια μητέρα, κόρη Καλαματιανοῦ πολιτικοῦ καί μετέπειτα σύζυγος ἑνός νέου, ὁ ὁποῖος –μέσῳ τῆς δικῆς της οἰκογενείας– ἀναρριχήθηκε στόν πολιτικό στίβο, ἀποφασίζει νά κάνει τόν –χαρισματικό καί ὄμορφο– γιό της… Πρωθυπουργό!
Μέ κυνισμό καί ἀπόλυτη ἀκρίβεια, ἡ Διβάνη πιάνει ὅλα τά «πόστα» πού ὁδηγοῦν ἐκεῖ πού στοχεύει ἡ «μαμά». Τό Κολλέγιο, τήν δημοσιογραφία, τό «γυαλί», τήν «ἐπίθεση κατά πάντων», ἀκόμη καί ἐναντίον τοῦ ἴδιου σου τοῦ πατέρα, τήν ἐπιλογή ἑνός πιστοῦ, εὑρηματικοῦ καί πολύ μορφωμένου συμβούλου ὡς «alter ego» καί, φυσικά, τήν ἵδρυση κόμματος, μέ ὅπλο τήν κατά πάντων καταγγελία, τόν θόρυβο καί τό «δέν εἴμαστε σάν τούς ἄλλους, ἐρχόμαστε νά τά ἀλλάξουμε ὅλα».
Ὅσο προχωροῦσα τό διάβασμα, τόσο ἔβλεπα σκηνές πού ἔχουμε –ὅλοι ὅσοι ἔχουμε ἀσχοληθεῖ μέ τό πολιτικό-κυβερνητικό ρεπορτάζ– ζήσει ἤ πληροφορηθεῖ. Σέ κανένα δέν αἰσθάνθηκα ἔκπληξη, οὔτε σ’ ἐκεῖνο τό –γιά τούς περισσότερους– ἀναπάντεχο «φινάλε» τοῦ βιβλίου, καθώς ἡ προδοσία, τό «πούλημα» τῶν φίλων καί συνεργατῶν, τό «πέταγμα στά σκυλιά» κάποιου ἄλλου «γιά νά γλυτώσει ὁ ἀρχηγός», εἶναι στήν πολιτική κανόνας καί καθημερινότητα.
Ἕνα ἀκόμη στοιχεῖο πού ἐκτιμῶ στήν συγγραφέα εἶναι τό ὅτι παραιτήθηκε ἀπό τήν ἕδρα τῆς Ἱστορίας καί Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Δέν εἶναι τόσο εὔκολο νά «ξεβολεύεται» κανείς ἀπό τέτοια ἀξιώματα. Ἀλλά, φυσικά, ὅταν βλέπεις «ἀπό τά μέσα» τό τί συμβαίνει στίς μικρές, κλειστές «κάστες», κάποια στιγμή δέν ἀντέχεις καί προτιμᾶς τήν ἐλευθερία ἀπό τίς ψεύτικες «καλημέρες». Κάπως ἔτσι λοιπόν τελειώνει ὁ κόσμος. Διαβάστε το!

