Ἡ πραγματική ἐκποίηση μιᾶς χώρας δέν ἀρχίζει ὅταν κάποιος ἄλλος πάρει τά κλειδιά. Ἀρχίζει ὅταν ἐκεῖνοι πού ζοῦν μέσα στό σπίτι πάψουν νά αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν τό δικαίωμα νά τά κρατοῦν
Στήν «Ὀδύσσεια», οἱ μνηστῆρες τῆς Πηνελόπης δέν εἶναι ἑκατό. Εἶναι ἑκατόν ὀκτώ.
Καί ὁ Ὅμηρος δέν τούς ἀφήνει ὡς ἕνα ἀπρόσωπο πλῆθος. Τούς καταγράφει καί μᾶς λέει ἀπό ποῦ προέρχονται. Πενῆντα δύο ἔρχονται ἀπό τή Δουλίχιο, εἴκοσι τέσσερις ἀπό τή Σάμη, εἴκοσι ἀπό τή Ζάκυνθο καί δώδεκα ἀπό τήν ἴδια τήν Ἰθάκη.
- Τῆς Ἀκαθίστης Βεκρῆ
Ἑκατόν ὀκτώ συνολικά. Ἡ λεπτομέρεια μοιάζει στήν ἀρχή ἁπλῶς ἀριθμητική. Στήν πραγματικότητα ὅμως, ἔχει ἐνδιαφέρον. Οἱ μνηστῆρες ἔρχονται ἀπό διαφορετικούς τόπους καί συγκεντρώνονται ὅλοι στόν ἴδιο χῶρο. Στόν οἶκο τοῦ Ὀδυσσέα. Καί αὐτό εἶναι τό σημαντικώτερο. Δέν πηγαίνουν στήν Ἰθάκη μόνο γιά τήν Πηνελόπη. Πηγαίνουν γιά τόν οἶκο. Γιά τήν περιουσία. Γιά τήν ἐξουσία πού ἀφήνει κενή ἡ ἀπουσία τοῦ Ὀδυσσέα.
Τρῶνε, πίνουν, καταναλώνουν τόν πλοῦτο του καί συμπεριφέρονται σάν ἡ μακρόχρονη ἀπουσία του νά τούς ἔχει δώσει δικαιώματα πάνω σέ ὅσα δέν τούς ἀνήκουν. Ὁ Ὀδυσσέας λείπει. Καί ὅσο λείπει, οἱ μνηστῆρες ἐγκαθίστανται. Ἐδῶ βρίσκεται ἴσως ἡ διαχρονική δύναμη τῆς «Ὀδύσσειας». Γιατί ἡ ἱστορία δέν μιλᾶ μόνο γιά ἕναν βασιλιᾶ πού ἐπιστρέφει στό σπίτι του. Μιλᾶ γιά ἕναν οἶκο πού, ὅσο ὁ ἄνθρωπός του ἀπουσιάζει, γίνεται ἀντικείμενο διεκδίκησης.
Ἄν θέλουμε νά δοῦμε σήμερα αὐτή τήν εἰκόνα ὡς πολιτική ἀλληγορία, δέν χρειάζεται νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ὁ Ὅμηρος προέβλεψε τή σύγχρονη Ἑλλάδα. Δέν προέβλεψε οὔτε τίς οἰκονομικές κρίσεις οὔτε τίς ἰδιωτικοποιήσεις οὔτε τίς διεθνεῖς πιέσεις. Γνώριζε ὅμως κάτι πού ἐξακολουθεῖ νά ἰσχύει. Ὅταν ἕνας τόπος ἀποδυναμώνεται καί οἱ ἄνθρωποί του χάνουν τήν αἴσθηση ὅτι μποροῦν νά ὑπερασπιστοῦν τόν οἶκο τους, πάντα θά ἐμφανίζονται ἐκεῖνοι πού θά δοῦν τήν ἀδυναμία ὡς εὐκαιρία.
Οἱ σύγχρονοι μνηστῆρες δέν ἔχουν ἕνα πρόσωπο. Δέν χρειάζεται νά τούς φανταστοῦμε ὡς μιά ἑνιαία, συνωμοτική ὁμάδα. Μπορεῖ νά εἶναι οἰκονομικά συμφέροντα, πολιτικές ἐπιδιώξεις, μεγάλοι ἐπενδυτικοί μηχανισμοί, ἐπιχειρηματικές πιέσεις, ξένες στρατηγικές, ἀλλά καί ἐσωτερικές νοοτροπίες πού ἀντιμετωπίζουν τή δημόσια περιουσία σάν κάτι πού ἁπλῶς περιμένει νά ἀξιοποιηθεῖ.
Ὁ καθένας μπορεῖ νά θέλει κάτι διαφορετικό. Ἄλλος τή γῆ, ἄλλος τήν ἐνέργεια, ἄλλος ἕνα λιμάνι, ἄλλος μιά παραθαλάσσια ἔκταση, ἄλλος μιά ὑποδομή, ἄλλος τήν πολιτική ἐπιρροή. Δέν χρειάζεται νά συμφωνοῦν σέ ὅλα. Ἀρκεῖ νά συναντῶνται μπροστά στήν ἴδια πόρτα.
Καί τότε ἀρχίζει τό πραγματικό ξεπούλημα. Ὄχι ὅταν ὑπογράφεται ἡ τελευταία σύμβαση. Ὄχι ὅταν ἀλλάζει χέρια τό τελευταῖο ἀκίνητο. Ἀλλά πολύ νωρίτερα. Ἀρχίζει ὅταν ἕνας λαός ἀρχίζει νά πιστεύει ὅτι τίποτα δέν ἔχει ἀξία ἄν δέν μπορεῖ νά ἀποτιμηθεῖ σέ χρῆμα. Ὅταν ἡ γῆ γίνεται ἁπλῶς οἰκόπεδο, ἡ θάλασσα οἰκονομικός πόρος, τό λιμάνι ἐπενδυτικό στοιχεῖο, τό νησί τουριστικό προϊόν καί ἡ Ἱστορία ἕνα ἐμπορικό σῆμα.
Ἀκόμη περισσότερο, ἀρχίζει ὅταν ὁ ἴδιος ὁ πολίτης παύει νά αἰσθάνεται ὅτι αὐτά εἶναι δικά του. Ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἰδιοκτησίας. Μέ τήν ἔννοια τῆς εὐθύνης. Γιατί μιά χώρα δέν εἶναι μόνο ὅσα γράφουν οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας της. Εἶναι καί ὅσα παραδίδει ἀπό γενιά σέ γενιά.
Ἡ Ἑλλάδα ἔχει περάσει πολλές φορές ἀπό περιόδους ἀδυναμίας. Οἰκονομικές κρίσεις, χρεωκοπίες, πολέμους, κατοχές, πολιτικές συγκρούσεις, ἐξωτερικές πιέσεις. Κάθε φορά ὅμως τό μεγαλύτερο πρόβλημα δέν ἦταν μόνο ἡ ἀπώλεια χρημάτων ἤ περιουσίας. Ἦταν ἡ ἀπώλεια τῆς αὐτοπεποίθησης.
Γιατί ὅταν ἕνας λαός πειστεῖ ὅτι δέν ὑπάρχουν ἐπιλογές, τότε ἡ παραίτηση μπορεῖ νά γίνει πιό ἰσχυρή ἀπό ὁποιαδήποτε πίεση. Ἕναν ἄνθρωπο πού ἀντιστέκεται πρέπει νά τόν πείσεις. Ἕναν ἄνθρωπο πού ἔχει παραιτηθεῖ χρειάζεται ἁπλῶς νά τόν διαχειριστεῖς. Καί ἐδῶ βρίσκεται ἡ Πηνελόπη. Μέσα σέ ἕναν οἶκο πού ἔχει οὐσιαστικά καταληφθεῖ, ἐκείνη ἀρνεῖται νά θεωρήσει τήν κατάσταση τελεσίδικη. Δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσει τούς μνηστῆρες μέ τή δύναμη τῶν ὅπλων. Μπορεῖ ὅμως νά κερδίσει χρόνο. Νά καθυστερήσει. Νά μήν τούς ἀναγνωρίσει ὡς πραγματικούς κυρίους τοῦ σπιτιοῦ. Ὑφαίνει καί ξηλώνει. Μοιάζει νά περιμένει.
Στήν πραγματικότητα, ἀντιστέκεται. Καί αὐτή ἴσως εἶναι ἡ πιό συγκινητική πλευρά τῆς ἱστορίας. Ἡ Ἰθάκη παραμένει ζωντανή ἐπειδή κάποιος μέσα σέ αὐτήν ἀρνεῖται νά ξεχάσει ποιός εἶναι ὁ πραγματικός της κύριος. Καί μετά ἐπιστρέφει ὁ Ὀδυσσέας. Δέν ἐπιστρέφει ὡς πανίσχυρος βασιλιᾶς πού ὅλοι ἀναγνωρίζουν ἀμέσως. Ἐπιστρέφει μεταμφιεσμένος, φτωχός στήν ἐμφάνιση, σχεδόν ἀγνώριστος. Κανείς δέν φοβᾶται ἕναν ζητιάνο πού μπαίνει στό ἴδιο του τό σπίτι. Ἐκεῖ βρίσκεται καί ἡ μεγάλη εἰρωνεία. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει χάσει σχεδόν τά πάντα ἐπιστρέφει στόν οἶκο του καί πρῶτα πρέπει νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι αὐτός στόν ὁποῖο ἀνήκει.
Καί ἴσως ἐδῶ ἡ «Ὀδύσσεια» συναντᾶ περισσότερο ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ τή σημερινή Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλάδα δέν χρειάζεται ἕναν σωτῆρα. Δέν χρειάζεται νά περιμένει ἕναν πολιτικό Ὀδυσσέα πού θά ἔρθει ξαφνικά καί θά τά διορθώσει ὅλα. Χρειάζεται κάτι δυσκολώτερο. Νά ξαναβρεῖ τήν ἐπίγνωση τοῦ δικοῦ της οἴκου. Νά θυμηθεῖ τί ἔχει. Νά θυμηθεῖ τί ἀξίζει. Καί κυρίως νά θυμηθεῖ τί δέν πρέπει νά χαθεῖ. Νά μπορεῖ νά προσελκύει ἐπενδύσεις χωρίς νά θεωρεῖ κάθε πώληση ἐπιτυχία. Νά ἀναπτύσσεται χωρίς νά μετατρέπει κάθε κομμάτι της σέ ἐμπόρευμα. Νά συνεργάζεται μέ τούς ἰσχυρότερους χωρίς νά αἰσθάνεται μικρότερη. Νά συμμετέχει στίς διεθνεῖς συμμαχίες χωρίς νά ξεχνᾶ ὅτι ἡ συνεργασία δέν σημαίνει παραίτηση ἀπό τήν αὐτοπεποίθηση.
Ὁ Ὀδυσσέας ἄλλως τε δέν ἦταν ἄνθρωπος κλεισμένος στήν Ἰθάκη. Ταξίδεψε. Γνώρισε τόν κόσμο. Συνεργάστηκε, διαπραγματεύτηκε, πολέμησε, ἔχασε καί ξανασηκώθηκε. Ἡ Ἰθάκη δέν ἦταν σύμβολο ἀπομόνωσης. Ἦταν σύμβολο ἐπιστροφῆς. Καί ὑπάρχει ἀκόμη μιά λεπτομέρεια πού μοιάζει σχεδόν προκλητικά σύγχρονη. Ὁ πρῶτος μνηστῆρας πού σκοτώνει ὁ Ὀδυσσέας εἶναι ὁ Ἀντίνοος. Τό ὄνομά του μπορεῖ νά διαβαστεῖ συμβολικά ὡς ἀντί καί νόος, ἀπέναντι στόν νοῦ, στή σκέψη, στή φρόνηση. Δέν χρειάζεται νά ὑποθέσουμε ὅτι αὐτή ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ πρόθεση τοῦ Ὁμήρου γιά νά ἀναγνωρίσουμε τή δύναμη τῆς εἰκόνας. Ὁ Ἀντίνοος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν βλέπει. Δέν ἀντιλαμβάνεται ποιός βρίσκεται ἀπέναντί του. Δέν καταλαβαίνει ὅτι ἡ κατάσταση ἔχει ἀλλάξει. Ἡ ἀλαζονεία του εἶναι καί μιά μορφή τύφλωσης. Καί μετά πέφτει ὁ Εὐρύμαχος, ὁ ἄνθρωπος τῆς ρητορικῆς καί τῆς διαπραγμάτευσης, πού ὅταν ἀποκαλύπτεται ὁ Ὀδυσσέας προσπαθεῖ νά μετατρέψει τήν εὐθύνη σέ ἀποζημίωση. Σάν νά μπορεῖ ἡ ἀδικία νά κλείσει μέ ἕναν λογαριασμό.
Ἀλλά ἡ «Ὀδύσσεια» ἔχει καί τόν Τηλέμαχο. Τή νέα γενιά. Ἐκεῖνον πού γεννήθηκε μέσα στήν ἀπουσία τοῦ πατέρα του καί πρέπει τώρα νά ἀποφασίσει τί θά κάνει μέ τόν οἶκο πού κληρονομεῖ. Δέν δημιούργησε ὁ ἴδιος τά προβλήματα τῆς Ἰθάκης. Καλεῖται ὅμως νά τά ἀντιμετωπίσει. Ἴσως αὐτό νά εἶναι τελικά τό σημαντικώτερο ἐρώτημα γιά τήν Ἑλλάδα. Ὄχι μόνο ποιοί εἶναι οἱ σημερινοί μνηστῆρες. Ἀλλά ποιός εἶναι ὁ Τηλέμαχος. Ποιά εἶναι ἡ γενιά πού θά παραλάβει αὐτή τή χώρα καί θά ἀποφασίσει ἄν θά τήν ἀντιμετωπίσει ὡς περιουσία πρός κατανάλωση ἤ ὡς παρακαταθήκη πρός προστασία. Γιατί μιά χώρα μπορεῖ νά χάσει χρήματα καί νά τά ξαναβρεῖ.
Μπορεῖ νά χάσει περιουσία καί νά δημιουργήσει καινούργια. Μπορεῖ νά περάσει κρίσεις καί νά ξανασταθεῖ. Αὐτό πού δυσκολεύεται πολύ περισσότερο νά ξαναβρεῖ εἶναι ἡ αἴσθηση ὅτι τό σπίτι της εἶναι δικό της. Γι’ αὐτό ἴσως τό ἐρώτημα σήμερα δέν εἶναι ποιοί εἶναι οἱ 108 μνηστῆρες. Τό ἐρώτημα εἶναι: Γιατί αἰσθάνονται τόσο ἄνετα μέσα στό σπίτι μας; Καί ἀκόμη πιό δύσκολο. Ποιός τούς ἄφησε νά μποῦν; Γιατί τό πραγματικό ξεπούλημα μιᾶς χώρας δέν ἀρχίζει ὅταν κάποιος ἄλλος πάρει τά κλειδιά.Αρχίζει ὅταν ἐκεῖνοι πού ζοῦν μέσα στό σπίτι πάψουν νά αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν τό δικαίωμα νά τά κρατοῦν. Καί τότε, ἴσως, τό μεγαλύτερο ταξίδι τῆς Ἑλλάδας δέν εἶναι νά περιμένει τόν Ὀδυσσέα. Εἶναι νά θυμηθεῖ ὅτι ἡ Ἰθάκη ἦταν πάντα δική της εὐθύνη.

