Στούς «Ἀχαρνῆς» του, ὁ μέγας Διονύσης Σαββόπουλος ἔγραψε τό ἀκόλουθο, ἀληθές, προφητικό καί ἀενάως ἐπίκαιρο
«Τώρα μέ χειρουργεῖ ἡ ἀλλήθωρη νεολαία, μιά τσογλανοπαρέα, πού κάνει κριτική…».
Μᾶς ἦλθαν στό μυαλό οἱ στίχοι τοῦ σπουδαίου ποιητῆ-δραματουργοῦ, καθώς ἕνας ἄλλος, ξεχωριστός, καλλιτέχνης, ὁ Γιάννης Πάριος, δέχθηκε τήν ἐπίθεση μιᾶς μερίδας ἐκείνων πού μνημονεύει ὁ Σαββόπουλος,
Ὁ Πάριος, λοιπόν, ἐμφανίσθηκε πρό ἡμερῶν στήν Λάρνακα καί –ὅπως συνηθίζεται ἐσχάτως– οἱ «τσογλανοπαρέες» τοῦ ἐπετέθησαν μέ τά γνωστά συνθήματα, «Τί θέλεις καί τραγουδᾶς ἀκόμα;», «Φύγε, εἶσαι πιά μεγάλος», φθάνοντας καί στό «Ἀκόμα ζεῖ αὐτός;». Τό διαδίκτυο, δυστυχῶς, παρέχει τήν δυνατότητα ἀκόμη (κυρίως, ἴσως) καί στίς «τσογλανοπαρέες» νά παρεμβαίνουν ἐπί παντός καί νά ἐκφράζονται ἀπρεπέστατα, ἀκόμη καί ἀπέναντι σέ προσωπικότητες οἱ ὁποῖες ἔχουν προσφέρει τά μέγιστα στόν τομέα τους.
Ὁ Γιάννης Πάριος, ὁ ὁποῖος ἐπαξίως βρίσκεται μεταξύ τῶν πολύ μεγάλων Ἑλλήνων τραγουδιστῶν (εἶναι καί σπουδαῖος συνθέτης, γιά ὅσους δέν τό γνωρίζουν), ἔχει, ἀσφαλῶς, τό δικαίωμα νά τραγουδᾶ ὅσα χρόνια θέλει.
Οὐδείς ὑποχρεώνει ὁποιονδήποτε νά πάει καί νά τόν ἀκούσει. Ἐδῶ, ὅμως, στήν κοινωνία τοῦ «σκυλάδικου», τοῦ «τζέλ» καί τῶν «ἐφέ», τήν κοινωνία πού ἀναδεικνύει σέ «φίρμες» τούς κουμπάρους, τούς ἐκλεκτούς ἤ τίς ἐκλεκτές κύκλων ἤ προσώπων, τήν κοινωνία ἡ ὁποία ἐκστασιάζεται μέ τήν «βαβούρα», τόν «σαματᾶ» καί ἀπολαμβάνει τραγούδια πού εἶναι σχεδόν ὅλα ἴδια μεταξύ τους (ὅπως καί οἱ φωνές τῶν ἀοιδῶν, πού ἔτσι καί τούς πάρεις ἀπό τά χέρια τό μικρόφωνο ἤ τούς ἀφήσεις χωρίς «ἐφέ» καί «ἠχολήπτη» δέν θά σταυρώσουν νότα σωστή), ὁ καθένας κρίνει, ἀσχημονεῖ καί αὐθαδιάζει…
Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ φωνή ἑνός καλλιτέχνη δέν μπορεῖ νά παραμένει ἴδια καί ἀναλλοίωτη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Οὐδείς, ὅμως, μπορεῖ νά ὑποδείξει στόν καλλιτέχνη «νά σταματήσει». Ὅπως δέν τό ὑποδεικνύει στόν Πώλ Μακάρντεϊ, ὅπως δέν τό ὑποδείκνυε στήν Ντόλυ Πάρτον.
Πρίν ἀρκετά χρόνια, ἐμφανίσθηκε –σέ μεγάλη ἡλικία– στό Ὀλυμπιακό Στάδιο ὁ Φράνκ Σινάτρα. Φυσικά, ἔσπευσα νά τόν ἀπολαύσω. «Μά, εἶναι μεγάλος πλέον», μοῦ εἶπε φίλη, μέ τήν ὁποία συζητοῦσα. «Τί θά πεῖ “εἶναι μεγάλος”; Εἶναι ὁ Σινάτρα!» τῆς εἶχα ἀπαντήσει. Μπορεῖ νά ἑρμήνευσε κάποια –δύσκολα– τραγούδια μέ ἕναν διαφορετικό τρόπο. Ἀλλά μόνο πού ἔβλεπα στήν σκηνή αὐτόν τόν θρῦλο, αἰσθάνθηκα δέος!
Ὁ Γιάννης Πάριος, λοιπόν, ἔχει κάθε δικαίωμα νά πραγματοποιεῖ ἐμφανίσεις. Ὅποτε τραγουδήσει στήν Ἀθήνα, ἡ συμβία μου θά πάει, μέ τίς φίλες της, νά τόν ἀκούσει. Καί θά ἐπιστρέψει ἐκστασιασμένη.
Τίς προάλλες, βρέθηκα σέ φιλικό σπίτι, ὅπου ἦταν ἐπίσης καλεσμένος ὁ ἐξαίρετος τραγουδιστής Γιάννης Πετρόπουλος. Ὑπῆρχε πιάνο στό σπίτι καί, φυσικά, ἡ παρέα ἐπέμεινε «νά μᾶς τραγουδήσει ὁ Γιάννης».
Χωρίς νά ἔχουμε κάνει πρόβα, τόν συνόδευσα στό πιάνο στό «Il mondo», σύνθεση τοῦ σπουδαίου Τζίμι Φοντάνα, τήν ὁποία ἔχει ἑρμηνεύσει ὁ ἴδιος, σέ ἐνορχήστρωση τοῦ μοναδικοῦ Ἔνιο Μορικόνε. Ὁ Γιάννης, λοιπόν, κόντεψε νά σπάσει τά τζάμια τοῦ σπιτιοῦ ὅταν «ἀνέβηκε» καί ὅλη ἡ συντροφιά ἐνθουσιάσθηκε!
Οἱ τραγουδιστές –γιά νά τό καταλάβουμε– δέν ἔχουν «ἡλικία» οὔτε σκέπτονται ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Τό τραγούδι βγαίνει κυρίως μέσα ἀπό τήν ψυχή. Ἡ φωνή εἶναι θεῖο δῶρο, ἀλλά ἀπό μόνη της δέν φτάνει…

