τοῦ Δημήτρη Καπράνου
Μοῦ ἔχει προκαλέσει μεγάλη ἐντύπωση τό ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὐδεμία σχέση ἔχουν μέ τήν θρησκεία, τήν Ἐκκλησία, τόν ἐκκλησιασμό, τίς θρησκευτικές παραδόσεις, δηλαδή ἄνθρωποι μοντέρνοι, χωρίς προκαταλήψεις, ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς, μίλησαν μέ τά καλύτερα λόγια γιά τήν ταινία «Τό φιόρδ», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀποτύπωση τῆς προσπάθειας πού καταβάλλεται διεθνῶς γιά τήν ἐπιβολή τῆς λεγομένης «woke ἀτζέντας», δηλαδή… αὐτά πού ξέρουμε!
Συζητῶντας μαζί τους, καταλαβαίνεις τό γιατί ὁ κόσμος ὅλος σήμερα βρίσκεται σ’ αὐτή τήν ἀναταραχή, σ’ αὐτή τήν ἀβεβαιότητα, σ’ αὐτό τό «κάτι πού βράζει» καί πού κανείς δέν μπορεῖ νά προβλέψει τό ποῦ ἀκριβῶς θά καταλήξει.
Μιλῶντας μέ φίλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν οἰκογένεια, ἔχουν παιδιά καί ἐγγόνια, διεπίστωσα ὅτι ἡ ταινία ὄχι μόνο τούς ἐπηρέασε, ἀλλά τούς ἔλυσε πολλές ἀπό τίς ἀπορίες (;) πού εἶχαν, ὅπως, ἂς ποῦμε, τό γιατί τά ἀκραῖα κόμματα, οἱ ἀκραῖες ἀντιλήψεις, ἡ ἀποκαλουμένη «Ἀκροδεξιά», ἔχει κερδίσει τόσους πολλούς «πόντους» στήν παγκόσμια σκηνή.
Ἀπό τή ἀντίδρασή τους, κατάλαβα ὅτι κάπου τό ὅλον πρᾶγμα τείνει «νά βρεῖ τόν μάστορά του», δηλαδή κάπου ἄρχισε νά ἀκούγεται πιό δυνατά αὐτό τό «δέν πάει ἄλλο», τό «ἀμάν πιά» καί τό «δέν θά μᾶς περάσετε ἐσεῖς γιά σωστό αὐτό πού φαίνεται ἀπό τήν πρώτη στιγμή ὅτι δέν εἶναι».
Φυσικά, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅπως καί ὁ γράφων, οὐδεμία προκατάληψη ἔχουν γιά τίς ἐρωτικές προτιμήσεις τοῦ καθενός, οὐδεμία «ρατσιστική» διάθεση αἰσθάνονται ἀπέναντι σέ ἐκείνους πού ἔχουν διαφορετικές ἐπιλογές. Ἀλλά, ἀπό τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νά παρεμβαίνει ἡ ἴδια ἡ κοινωνία, τό ἴδιο τό κράτος, μέ τίς μεθόδους καί τά ὄργανά του, προκειμένου νά σοῦ ἐπιβάλει ὡς «ὀρθότητα» ἐκεῖνο πού «δέν μπορεῖ νά εἶναι ὀρθό», ἡ διαφορά εἶναι τεράστια.
Ἐπιτρέψτε μας νά μήν σᾶς ἀφηγηθοῦμε τίς λεπτομέρειες καί τήν ἀκριβή ὑπόθεση τῆς ταινίας, μιᾶς παραγωγῆς ἁπλῆς, σέ ὕφος περίπου «bauhaus», δηλαδή ἐκείνου τοῦ ὕφους πού «μέ τά λίγα σοῦ ἀφήνει νά δεῖς πολλά περισσότερα», καί νά σᾶς συστήσουμε νά πᾶτε νά τήν δεῖτε.
Ὄχι, δέν πρόκειται γιά κάποια ταινία καταδίκη τῆς « woke ἀτζέντας». Ἀλλά γιά μιά δυνατή καί σώφρονα φωνή, πού λέει «ἔ, ποῦ τό πᾶτε;», πού λέει «ἀφῆστε μας στήν ἡσυχία μας καί στήν οἰκογένειά μας» καί πού δίνει ἀπάντηση, μέ τρόπο ἤπιο, ἀνθρώπινο καί χωρίς ἀκρότητες, στίς τόσες καί τόσες ἀκραῖες ἀπόψεις πού τελευταῖα κάποιοι προσπαθοῦν νά μᾶς περάσουν ὡς «πρέπει» καί ὡς «καθημερινότητα».
Πρόκειται, χωρίς ἀμφιβολία, γιά ἕνα «φιόρδ», πού, ὅπως ἡ θάλασσα, στήν Νορβηγία, εἰσέρχεται τόσο βαθιά στή στεριά. Ἔτσι καί τό ἐν λόγῳ φίλμ, μέ τρόπο ἤρεμο, προσπαθεῖ νά διεισδύσει –καί τό καταφέρνει– μέσα στήν ἀπέραντη μοναξιά στήν ὁποία μᾶς ὁδηγοῦν ὅλες αὐτές οἱ κάθε εἴδους «ὀθόνες», στίς ὁποῖες μᾶς θέλουν «καρφωμένους», ὥστε νά γίνουμε ὄργανα καί παρελκόμενα μιᾶς περίεργης φθορᾶς, πού τελικά στόχο δέν ἔχει «ἐμᾶς», ἀλλά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, τό ὁποῖο, δυστυχῶς, σήμερα ἄγεται καί φέρεται ἀπό «πλατφόρμες», «λίνκ» , «youtube», «φόρμες», «ἐγκαταστάσεις» καί… «ἀτζέντες». Δεῖτε τό «Φιόρδ» καί θά μᾶς θυμηθεῖτε.

