Ἐμεῖς, τοῦ ἑξῆντα οἱ ἐκδρομεῖς, μεγαλώσαμε μέ τόν Καραγκιόζη
Κάθε βδομάδα τρέχαμε γιά μιά νέα παράσταση.
Ὁ Καραγκιόζης γιατρός, ὁ Καραγκιόζης καπετάνιος, ὁ Καραγκιόζης δάσκαλος, ὁ Καραγκιόζης γραμματικός καί ἕνα σωρό ἄλλες ἐπαγγελματικές ἰδιότητες.
Οὐδόλως, λοιπόν, μᾶς προξενεῖ ἐντύπωση ἄν ἡ κυρία ἰσχυρίζεται ὅτι ἀσκεῖ «κβαντική ἰατρική» ἤ «ὁλιστική παιδιατρική» (τρομάρα μας), ἄν ἡ ἰατρός τῆς Καρνεάδου ἦταν γυναικολόγος Χονολουλίστρια ἤ ἄν ὁ λιμοκοντόρος σύντροφός της εἶναι ἐξάδελφος τοῦ δόκτορος Τζέκυλ.
Ἐμεῖς ἀποδεχθήκαμε τόν Καραγκιόζη Βεζύρη καί θά κωλώσουμε μπροστά στόν ἐλαιοχρωματιστή, πού ἔγινε προ-ποτζῆς καί μετετράπη σέ ἔμπορο ρούχων πρίν «σπουδάσει» κι αὐτός «στό ἐξωτερικό» καί ἀποκτήσει τήν δυνατότητα νά σοῦ βρίσκει τις «προηγούμενες ζωές» σου, λές καί εἶσαι γάτα;
«Εἶστε ὁ πλοίαρχος;» ἐρωτᾶ ὁ Πασᾶς τόν Καραγκιόζη. «Καλά, δέν τά βλέπεις τά γαλόνια; Πλοίαρχος μέ σαρδέλες!» ἀπαντᾶ ἐκεῖνος. Κι ἀφοῦ διορίζεται πλοίαρχος στό βαπόρι τοῦ Πασᾶ, προσλαμβάνει δικό του κόσμο, ὅπως προσελάμβανε καί ἡ γυναικολόγος Χονολουλίστρια, χωρίς νά ἔχει εἰδικότητα. Παίρνει, λοιπόν, ὁ Καραγκιόζης γιά λοστρόμο τόν Μπαρμπα- Γιῶργο. Ὅπως πῆρε ἡ Χονολουλίστρια τόν ἐλαιοχρωματιστή γιά ὑπνοθεραπευτή. Πάει ὁ Πασᾶς, ὡς πλοιοκτήτης, γιά νά γνωρίσει τόν νέο ναύκληρο. «Εἶστε ὁ λοστρόμος;» ἐρωτᾶ τόν Μπαρμπα-Γιῶργο. Ἐκεῖνος, πού δέν γνωρίζει τί ἀκριβῶς εἶναι καί τί πρέπει νά κάνει, ἀπαντ
«Εἶμαι ὁ… Ὁλοστρόμπουλος!»… Ἔμ’ τό εἶχε πεῖ ὁ μέγας Ἀρκάς ζωγράφος καί λογοτέχνης Γιάννης Τσαρούχης. «Στήν Ἑλλάδα, ὅ,τι δηλώσεις εἶσαι!».
Πάει, σέ ἄλλη παράσταση, ὁ Βεζύρης στόν Καραγκιόζη, ὁ ὁποῖος ἔχει δηλώσει «ἰατρός».
– Εἶστε ἰατρός, κύριε Καραγκιόζη;
– Ἐσύ τί λές, πολυχρονεμένε μου; Εἶμαι ἤ δέν εἶμαι;
– Καί ποῦ θές νά ξέρω ἐγώ ἄν εἶσαι ἤ ἄν δέν εἶσαι ἰατρός;
– Ἔ, ἄν δέν ξέρεις ἐσύ, πού εἶσαι σοφός, ποιός θές νά ξέρει; Ἐγώ;
Ὁ Βεζύρης δέν δίνει συνέχεια καί ἐρωτᾶ: «Δηλαδή ἔχεις πάει στό Πανεπιστήμιο;»… «Ἄν ἔχω πάει; Ἀπό τήν ἡμέρα πού τό χτίσανε, οὔτε θυμᾶμαι πόσες φορές πέρασα ἀπό ἐκεῖ!»
Ὁ Βεζύρης, στήν προηγούμενη παράσταση που θυμηθήκαμε, βλέπει ὅτι δέν βγάζει ἄκρη καί ἐμπιστεύεται τό πλοῖο στόν Καραγκιόζη, ὁ ὁποῖος προσλαμβάνει καί τόν Χατζηαβάτη ὡς μηχανικό.
– Μά, ἀφοῦ τό πλοῖο μας κινεῖται μέ πανιά, εἶναι ἱστιοφόρο.
– Ναί, ἀλλά ἐσύ εἶσαι μηχανικός! Τί νά τήν κάνεις τή μηχανή ἄν ἔχεις μηχανικό;
– Μά, πῶς εἶμαι μηχανικός, ἀφοῦ δέν εἶμαι;
– Ὅσο εἶμαι κι ἐγώ πλοίαρχος, ἄλλο τόσο εἶσαι κι ἐσύ μηχανικός!
Καί τό πλοῖο ἀρχίζει τό ταξίδι, πιάνει φουρτούνα καί ὁ «Ὁλοστρόμπουλος» δέν ἀντέχει τό κούνημα. «Καραγκιόζη, μήν τό πηγαίνεις ἀπό τίς λακκοῦβες γιατί ντραλίζουμαι!» ἱκετεύει ὁ ὀρεσίβιος αἰγοβοσκός, πού προσπαθεῖ νά σταθεῖ στό κατάστρωμα στηριζόμενος στήν… γκλίτσα! Σᾶς ἐρωτῶ, πολύ ἁπλᾶ. Σᾶς θυμίζουν ὅλα αὐτά τήν περίπτωση τῶν «ἰατρῶν» τῶν «κβαντικῶν», τῶν «ὁλιστικῶν», τῶν «ὑπνοθεραπευτῶν» καί ὅλων τῶν λοιπῶν λιμοκοντορο- ἀπατεώνων, πού ἀδειάζουν (ἄδειαζαν, μᾶλλον) τίς τσέπες τῶν «ματσωμένων» ματαιοδόξων, οἱ ὁποῖοι ξεχνοῦν ὅτι ὁ Χόρν παρά λίγο νά χάσει τό «οὐρί» ἀπό τόν «χράτσα-χρούτσα, μέ τήν μασελίτσα μας»; Προσωπικῶς, δηλώνω ὀπαδός τῆς καθημερινότητος, τῆς φθορᾶς καί τῆς ὀμορφιᾶς τῆς κάθε ἡλικίας. Καί εἶμαι εὐτυχής…

