Κάτω ἀπό τούς δρόμους τῆς σύγχρονης Ἀθήνας κρύβεται ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα τεχνικά ἔργα τῆς ἀρχαιότητας, τό ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νά προκαλεῖ τόν θαυμασμό μηχανικῶν, ἀρχαιολόγων καί ἱστορικῶν
Τό Ἀδριάνειο Ὑδραγωγεῖο, ἡ κατασκευή τοῦ ὁποίου ξεκίνησε κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ, περίπου τό 125 μ.Χ., καί ὁλοκληρώθηκε γύρω στό 140 μ.Χ. ἀπό τόν διάδοχό του, τόν Ἀντωνῖνο Εὐσεβῆ, ἀποτελεῖ μιά ζωντανή ἀπόδειξη τῆς τεχνογνωσίας τῶν Ρωμαίων καί τῆς διαχρονικῆς σημασίας τοῦ νεροῦ γιά τήν ἀνάπτυξη ἑνός πολιτισμοῦ.
Σκοπός τοῦ ἔργου ἦταν νά ἀντιμετωπιστεῖ τό χρόνιο πρόβλημα τῆς λειψυδρίας πού ἀντιμετώπιζε ἡ Ἀθήνα, μιά πόλη πού ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀναπτυσσόταν συνεχῶς καί εἶχε αὐξανόμενες ἀνάγκες σέ πόσιμο νερό.
Στόχος ἦταν ἡ ὕδρευση κυρίως τῆς ρωμαϊκῆς συνοικίας τῆς Ἀθήνας, ἡ ὁποία ἐπεκτεινόταν στόν χῶρο πού καταλαμβάνει σήμερα τό πάρκο τοῦ Ζαππείου (ἀπό τήν Βουλή ἕως καί τό Καλλιμάρμαρο στάδιο), ἀπό τά βρόχινα νερά τῆς Πεντέλης καί τῆς Πάρνηθας. Τό ὑδραγωγεῖο, πού βασιζόταν λειτουργικά ἀποκλειστικά στήν φυσική κλίση τοῦ ἐδάφους, χωρίς ἀντλίες ἤ μηχανικά μέσα, ἄφηνε τό νερό νά κυλᾶ ἀδιάκοπα μέσα ἀπό ὑπόγειες στοές, συλλέγοντας νερά ἀπό φυσικούς ὑδροφόρους ὁρίζοντες καί πηγές. Πρόκειται γιά ἕνα ἐξαιρετικό δεῖγμα ἀρχαίας μηχανικῆς, καθώς οἱ κατασκευαστές πέτυχαν νά διατηρήσουν ἐλάχιστη ἀλλά σταθερή κλίση σέ ὁλόκληρη τήν διαδρομή τοῦ ἔργου.
Τό ὑδραγωγεῖο ἀποτελοῦνταν κυρίως ἀπό μιά ὑπόγεια σήραγγα λαξευμένη στό φυσικό ἔδαφος, μήκους περίπου 20 χιλιομέτρων, ὕψους 1,20-1,60 μ. καί πλάτους 0,50 μ., μέ μέση κλίση τῆς καθόδου τοῦ νεροῦ ἀπό τήν ἐπιφάνεια πρός τήν σήραγγα, ἕως τά 30 μέτρα βάθος, τίς 22 μοῖρες. Ἡ σήραγγα ξεκινοῦσε ἀπό τήν «κεκλιμένη στοά» στήν περιοχή τοῦ σημερινοῦ Ὀλυμπιακοῦ Χωριοῦ στόν Δῆμο Ἀχαρνῶν στούς πρόποδες τῆς Πάρνηθας, διέσχιζε πολλές σημερινές συνοικίες τῆς βόρειας Ἀθήνας, ὅπως οἱ Ἀχαρνές, ἡ Κηφισιά, τό Μαρούσι, τό Ἡράκλειο, ἡ Νέα Ἰωνία, τό Χαλάνδρι καί οἱ Ἀμπελόκηποι, καταλήγοντας στούς πρόποδες τοῦ Λυκαβηττοῦ, στήν μεγάλη δεξαμενή τοῦ Κολωνακίου, γνωστή σήμερα ὡς Πλατεῖα Δεξαμενῆς. Ἡ λιθόκτιστη αὐτή δεξαμενή εἶχε χωρητικότητα περίπου 500 κυβικῶν μέτρων.

Γιά τήν κατασκευή τοῦ ὑδραγωγείου ἀνοίχθηκαν πάνω ἀπό 400 κατακόρυφα φρέατα κατά μῆκος τῆς χάραξης τῆς κεντρικῆς σήραγγας, γιά νά προχωρήσει ἡ διάνοιξή της μέσῳ αὐτῶν, ἀλλά καί γιά τόν ἐξαερισμό καί τήν συντήρηση τοῦ δικτύου. Τά φρέατα αὐτά, σέ ἀρκετές περιπτώσεις, διακρίνονται ἀκόμη καί σήμερα, ἀποκαλύπτοντας τήν ἀκρίβεια μέ τήν ὁποία σχεδιάστηκε τό ἔργο πρίν ἀπό σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια.
Παρ’ ὅτι ἡ ἀκριβής πορεία μεγάλων τμημάτων τοῦ Ἀδριάνειου Ὑδραγωγείου ἔχει πλέον χαρτογραφηθεῖ, μεγάλο μέρος τῆς ὑπόγειας σήραγγας παραμένει μή προσβάσιμο, καθώς βρίσκεται κάτω ἀπό τήν σύγχρονη πόλη καί ἡ εἴσοδος σέ αὐτήν εἶναι περιορισμένη γιά λόγους προστασίας καί ἀσφάλειας. Μόνο ὁρισμένα τμήματα καί φρέατα ἔχουν ἐρευνηθεῖ ἤ διατηροῦνται ἐπισκέψιμα.
Τό Ἀδριάνειο Ὑδραγωγεῖο λειτούργησε γιά μερικούς αἰῶνες καί, στήν συνέχεια, ἐγκαταλείφθηκε, πρίν τεθεῖ ξανά σέ λειτουργία μέ τήν μεταφορά τῆς πρωτεύουσας τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στήν Ἀθήνα, τό 1847, καί ἀποτέλεσε τήν κύρια πηγή ὕδρευσης τῆς πρωτεύουσας μέχρι τό 1931, ὅταν ὁλοκληρώθηκε τό φράγμα τοῦ Μαραθώνα.
Σήμερα, μεγάλο μέρος τοῦ ὑδραγωγείου παραμένει κρυμμένο κάτω ἀπό τό ἔδαφος, γεγονός πού τό καθιστᾶ ἕνα σχεδόν «ἀόρατο» μνημεῖο. Τό Ἀδριάνειο Ὑδραγωγεῖο μεταφέρει ἀκόμα νερό, κατάλληλο γιά ἄρδευση καί ἄλλες χρήσεις μή πόσιμου νεροῦ. Εἶναι τό μοναδικό Ρωμαϊκό Ὑδραγωγεῖο, γιά τό εἶδος καί τό μῆκος του, πού κατασκευάστηκε στήν Εὐρώπη. Τά τελευταῖα χρόνια, ἀναπτύσσονται δράσεις γιά τήν ἀνάδειξη καί τήν ἀξιοποίησή του, ὄχι μόνο ὡς ἱστορικοῦ καί ἀρχαιολογικοῦ μνημείου ἀλλά καί ὡς παραδείγματος βιώσιμης διαχείρισης τῶν ὑδάτινων πόρων.




