ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

Ρευματοκλοπές: Οἰκονομικές ἐπιπτώσεις γιά τούς παραβάτες καί προσπάθεια περιορισμοῦ τῶν ἀπωλειῶν τοῦ δικτύου

Ρευματοκλοπές: Οἰκονομικές ἐπιπτώσεις γιά τούς παραβάτες καί προσπάθεια περιορισμοῦ τῶν ἀπωλειῶν τοῦ δικτύου

Τό κόστος τῶν 400 ἑκατ. εὐρώ, οἱ χρεώσεις καί τό στοίχημα τῶν ἐξύπνων μετρητῶν

Ἕνα ἐκ τῶν σημαντικωτέρων μετώπων γιά τήν ἑλληνική ἀγορά ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας παραμένουν οἱ ρευματοκλοπές, μέ τό οἰκονομικό κόστος νά προσεγγίζει, συμφώνως μέ τίς ἐκτιμήσεις τοῦ ΔΕΔΔΗΕ, τά 400 ἑκατ. εὐρώ ἐτησίως.

Τήν ἰδία στιγμή, οἱ καταναλωτές στούς ὁποίους διαπιστώνεται ἡ παράβασις εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι μέ σημαντικές οἰκονομικές ἐπιβαρύνσεις, καθώς καλοῦνται νά καταβάλουν τόσο τήν ἀξία τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας πού δέν κατεγράφη ὅσο καί τό κόστος ἐντοπισμοῦ καί διαχειρίσεως τῆς ὑποθέσεως. Τό πρόβλημα ὡστόσο δέν ἐξαντλεῖται στίς ἐπί μέρους χρεώσεις. Ἡ ἔκτασις τῶν μή τεχνικῶν ἀπωλειῶν ἐπηρεάζει συνολικῶς τήν λειτουργία τοῦ ἠλεκτρικοῦ συστήματος, καθιστῶντας τόν περιορισμό τους κρίσιμο στοίχημα γιά τόν Διαχειριστή καί τήν Ρυθμιστική Ἀρχή.

Στό σκέλος τῶν χρεώσεων, ἡ Ρυθμιστική Ἀρχή Ἀποβλήτων, Ἐνεργείας καί Ὑδάτων (ΡΑΑΕΥ) μέ ἀπόφασή της, ἔπειτα ἀπό εἰσήγηση τοῦ ΔΕΔΔΗΕ, διατηρεῖ ἀμεταβλήτους γιά τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 2026 τίς τιμές πού ἐφαρμόζονται στίς ὑποθέσεις ρευματοκλοπῆς, τόσο γιά τό διαχειριστικό κόστος ὅσο καί γιά τόν ὑπολογισμό τῆς μή καταγραφείσης ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας. Συγκεκριμένως, ἡ ἐπιβάρυνσις γιά τόν ἐντοπισμό, τήν διαπίστωση καί τήν διαχείριση τῆς παραβάσεως φθάνει ἕως τά 662,21 εὐρώ, ἀναλόγως τῶν τεχνικῶν χαρακτηριστικῶν τῆς παροχῆς καί τοῦ ἐάν ἀπαιτεῖται ἀντικατάστασις τοῦ μετρητοῦ.

Εἰδικώτερα, στίς μονοφασικές παροχές χαμηλῆς τάσεως τό κόστος ἀνέρχεται σέ 294,54 εὐρώ ἄνευ ἀλλαγῆς μετρητοῦ καί σέ 407,07 εὐρώ, ὅταν ἀπαιτεῖται ἀντικατάστασις. Γιά τίς τριφασικές παροχές, τά ἀντίστοιχα ποσά διαμορφώνονται σέ 330,11 καί 461,65 εὐρώ. Στίς παροχές μέσης τάσεως, ἡ χρέωσις φθάνει τά 365,68 εὐρώ ἄνευ ἀντικαταστάσεως καί τά 662,21 εὐρώ, ὅταν ἀπαιτεῖται ἀλλαγή μετρητοῦ. Στά ποσά αὐτά προστίθεται ἡ ἀξία τῆς ἐνεργείας πού ἐκτιμᾶται ὅτι καταναλώθη χωρίς νά καταγραφεῖ.

Ἔτσι, γιά τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 2026, ἡ διοικητικῶς ὁριζομένη τιμή διαμορφώνεται σέ 326,11 εὐρώ/MWh γιά τούς οἰκιακούς καταναλωτές καί σέ 335,69 εὐρώ/MWh γιά τούς μή οἰκιακούς. Μέ τήν προβλεπομένη προσαύξηση 100%, τό μοναδιαῖο κόστος ἀνέρχεται σέ 652,21 καί 671,39 εὐρώ/MWh ἀντιστοίχως. Γιά τούς δικαιούχους τοῦ Κοινωνικοῦ Οἰκιακοῦ Τιμολογίου (ΚΟΤ) διατηρεῖται προσαύξησις 50%, μέ τίς χρεώσεις νά διαφοροποιοῦνται ἀνά κατηγορία. Ὁ καταλογισμός ἐνδέχεται νά ἀφορᾶ σέ χρονικό διάστημα ἕως καί πέντε ἐτῶν, συμφώνως μέ τό ἰσχῦον πλαίσιο καί τά δεδομένα κάθε ὑποθέσεως.

Σημειώνεται ὅτι οἱ τιμές ὑπολογίζονται βάσει τοῦ μέσου κόστους τῶν σταθερῶν τιμολογίων τῶν πέντε μεγαλυτέρων προμηθευτῶν, ἀξιοποιῶντας στοιχεῖα τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ 2026. Στόν ὑπολογισμό περιλαμβάνονται τόσο οἱ ἀνταγωνιστικές χρεώσεις ὅσο καί οἱ ρυθμιζόμενες ἐπιβαρύνσεις, μεταξύ τῶν ὁποίων τό ΕΤΜΕΑΡ, οἱ Ὑπηρεσίες Κοινῆς Ὠφελείας καί οἱ χρεώσεις χρήσεως τοῦ συστήματος μεταφορᾶς καί τοῦ δικτύου διανομῆς.

Παραλλήλως, τά ἔσοδα ἀπό τίς διαπιστωμένες ρευματοκλοπές, μετά τήν ἀφαίρεση τοῦ διαχειριστικοῦ κόστους, προβλέπεται νά ἀξιοποιοῦνται γιά τήν ἀντιστάθμιση τῆς οἰκονομικῆς ζημίας πού ὑφίστανται οἱ καταναλωτές, ἀλλά καί γιά τήν χρηματοδότηση δράσεων περιορισμοῦ τοῦ φαινομένου.

Τό πραγματικό μέγεθος τοῦ προβλήματος ἀποτυπώνεται πάντως στήν πορεία τῶν μή τεχνικῶν ἀπωλειῶν τοῦ δικτύου διανομῆς, οἱ ὁποῖες συνδέονται κυρίως μέ τίς ρευματοκλοπές. Συμφώνως μέ στοιχεῖα πού ἐπαρουσιάσθησαν σέ ἄτυπο ἐνημέρωση στελεχῶν τοῦ Ὑπουργείου Περιβάλλοντος καί Ἐνεργείας καί τοῦ ΔΕΔΔΗΕ, τόν περασμένο Ἰούνιο, οἱ ἀπώλειες ἀπό ἐπίπεδα περίπου 1,1% πρό τῆς διαδοχῆς τῶν ἐνεργειακῶν καί οἰκονομικῶν κρίσεων ηὐξήθησαν στό 6,5% κατά τήν περίοδο τῆς πανδημίας, ὑπερέβησαν τό 11% τό 2023 καί ὑπεχώρησαν στό 10,8% τό 2024 καί στό 10,5% τό 2025.

Δεδομένου μάλιστα ὅτι ἀπό τό δίκτυο διανομῆς διέρχονται περίπου 40 τεραβατῶρες ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας ἐτησίως, ἀπώλειες τῆς τάξεως τοῦ 10% ἀντιστοιχοῦν σέ περίπου 4 TWh. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ Διαχειριστοῦ ἀνεβάζουν τό ἐτήσιο οἰκονομικό κόστος τοῦ φαινομένου πλησίον τῶν 400 ἑκατ. εὐρώ. Ἐνδεικτικό βεβαίως τῆς σημασίας ἀκόμη καί μιᾶς περιορισμένης ἀποκλιμακώσεως εἶναι ὅτι ἡ μείωσις τῶν ἀπωλειῶν κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ἀπό τό 11% στό 10%, ἀντιστοιχεῖ σέ περίπου 400 GWh καί σέ δυνητικό οἰκονομικό ὄφελος ἕως 80 ἑκατ. εὐρώ ἐτησίως.

Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ στόχος γιά τό 2026 εἶναι ἡ περαιτέρω ὑποχώρησις τῶν ἀπωλειῶν πρός τό 10%, μέσῳ ἐντατικωτέρων καί πιό στοχευμένων ἐλέγχων, αὐστηροτέρων διαδικασιῶν καί, κυρίως, τῆς ἐπιταχύνσεως τῆς ἐγκαταστάσεως ἐξύπνων μετρητῶν. Ἡ ΡΑΑΕΥ ἐκτιμᾶ ὡστόσο ὅτι, γιά νά προσεγγισθοῦν ἐπίπεδα τῆς τάξεως τοῦ 0,2% ἕως τό 2031, θά ἀπαιτηθεῖ σημαντική ἐνίσχυσις τῶν παρεμβάσεων.

Οἱ ἔξυπνοι μετρητές θεωροῦνται καθοριστικό ἐργαλεῖο, καθώς ἐπιτρέπουν συστηματικώτερη παρακολούθηση τῆς καταναλώσεως καί διευκολύνουν τόν ἐντοπισμό ἀσυνηθίστων ἀποκλίσεων. Τό ἔργο ὡστόσο ἔχει ἐπιβαρυνθεῖ ἀπό πολυετεῖς καθυστερήσεις, δικαστικές ἐμπλοκές καί ἐνστάσεις στούς διαγωνισμούς. Συμφώνως πάντως μέ ὅσα ἐπαρουσιάσθησαν στήν θερινή ἐνημέρωση, οἱ καθυστερήσεις αὐτές ἐκτιμᾶται ὅτι ἐκόστισαν στό ἐνεργειακό σύστημα περίπου 1 δισ. εὐρώ, ἐνῷ ἡ σύμβασις-πλαίσιο γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐξύπνων μετρητῶν ὑπεγράφη τελικῶς τόν Μάιο τοῦ 2025.

Ἡ ἀφετηρία ἦταν ἰδιαιτέρως χαμηλή. Συγκεκριμένως, τό 2018 ἐλειτουργοῦσαν μόλις 85.000 ἔξυπνοι μετρητές ἐπί συνόλου περίπου 7,7 ἑκατ. παροχῶν, ποσοστό περίπου 1,1%. Πλέον ὅμως ὁ ΔΕΔΔΗΕ προχωρεῖ σέ ἐγκαταστάσεις μέ ρυθμό περίπου 1,3 ἑκατ. μετρητῶν ἐτησίως, δίδοντας προτεραιότητα στίς μεγαλύτερες καταναλώσεις. Σέ πρώτη φάση, προβλέπεται ἡ ἐγκατάστασις 2,4 ἑκατ. μετρητῶν, πού ἀντιστοιχοῦν περίπου στό 60% τῆς καταναλώσεως, ἐνῷ ἔχει ἀναπτυχθεῖ καί τό πληροφοριακό σύστημα γιά τήν διαχείρισή τους. Ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἔργου τοποθετεῖται ἕως τό 2030.

Τό στοίχημα ἑπομένως δέν ἀφορᾶ μόνο στήν ἐπιβολή ὑψηλοτέρων χρεώσεων στούς παραβάτες, ἀλλά κυρίως στήν δημιουργία ἑνός ἀποτελεσματικωτέρου μηχανισμοῦ προλήψεως καί ἐντοπισμοῦ. Ἡ μείωσις τῶν ρευματοκλοπῶν θά ἠδύνατο, ἔτσι, νά περιορίσει τίς ἀπώλειες, νά ἐνισχύσει τήν διαφάνεια στήν ἀγορά καί νά μειώσει τό κόστος πού μεταφέρεται στό σύστημα καί, τελικῶς, στούς καταναλωτές.

Advertisement 1








Advertisement 3

Advertisement 4

Κεντρικό θέμα