Ἡ Κύπρος πού ἀλλάζει καί ἐπιμένει…

Εἶναι νά θαυμάζει κανείς τήν δύναμη τῶν ἀδελφῶν Κυπρίων

Περπατῶ στήν παλιά πόλη τῆς Λεμεσοῦ καί θυμᾶμαι ὅτι, πρίν ἀπό τήν εἰσβολή, δέν ὑπῆρχε οὔτε στήν φαντασία τοῦ πιό φανατικοῦ Λεμεσιανοῦ τοπικιστῆ ἡ ἰδέα ὅτι αὐτή ἡ παραθαλάσσια πόλη θά μποροῦσε νά πάρει τήν θέση πού μέχρι τότε κατεῖχε ἡ Ἀμμόχωστος, ὡς Ναυτιλιακό Κέντρο.

Κι ὅμως, οἱ Κύπριοι, ἐπιδεικνύοντας γενναιότητα καί εὐφυΐα, «ἔπεσαν πάνω» στήν Λεμεσό καί τήν μετέβαλαν ἀπό ἕνα ἥσυχο καταφύγιο παραθεριστῶν, σέ μιά σφύζουσα τουριστική καί οἰκονομική πηγή πλούτου γιά τήν χώρα, ἡ ὁποία ἔπρεπε πλέον νά μάθει νά ζεῖ ἀκρωτηριασμένη!

Κάθομαι σέ μιά μικρή πλατεῖα, ἕνα λαϊκό «πλατειάκι», κοντά στό συνεδριακό κέντρο, πού φιλοξενεῖ τό “Maritime Cyprus 2022”, ἀπολαμβάνω –σέ μιά πολύβουη κατά τά ἄλλα μεγαλούπολη– τούς ρυθμούς ἑνός χωριοῦ, πού κρύβει μέσα της –ὅσο κι ἄν ἀλλάζει ραγδαῖα– ἡ Λεμεσός. Παραγγέλνω ἕναν «ἑλληνικόν μέτριον» καί σέ λίγο, μιά κυρία, μέ ξενική προφορά, μοῦ φέρνει τό μεταλλικό δισκάκι, μέ ἕνα ποτήρι νερό καί τόν καφέ, καλοφτιαγμένο, σέ «χοντρό» φλυτζάνι. Κοιτάζω γύρω. Ἄνθρωποι μεγάλης ἡλικίας κάθονται σέ χωριστά τραπέζια καί μέ ἀπόσταση μεταξύ τους. Καί ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους φωνάζοντας!

«Τόν Ἀντρέαν δέν ἔναι καλά» λέει ὁ ἕνας. «Μά, ἐν τόν ἔχω ἰδεῖ τελευταῖα» λέει ὁ ἀπέναντι. «Τί ἔπαθεν ὁ ἔρμος;» ἐρωτᾶ ὁ τρίτος .«Ἔ, τί νά ἔπαθεν; Περνᾶν τά χρόνια τά ἄτιμα!» λέει ὁ πρῶτος. Ἐπικοινωνοῦν φωνάζοντας. Ὁ ἡλικιωμένος κύριος πού κάθεται στό διπλανό τραπέζι, διαβάζει τόν «Φιλελεύθερο», ἀτάραχος…

Κοντεύει ὀκτώ καί ξεκινῶ νά βρῶ φαρμακεῖο. Ὡς συνήθως, ἔχω ξεχάσει στήν Ἑλλάδα τά χάπια γιά τήν πίεση, πού τά παίρνω ὅποτε τό θυμηθῶ. Ἔχω ρωτήσει ἕναν ἀστυνομικό καί μέ ἔχει κατατοπίσει. Πρέπει νά περπατήσω κανά χιλιόμετρο καί νά βγῶ στήν ὁδό Ἀθηνῶν, ἀπό τόν πεζόδρομο τῆς Ἁγίου Ἀνδρέου. «Ἐδῶ δέν ἔχει κάθε γωνία καί φαρμακεῖο, ὅπως στόν Πειραιᾶ» μονολογῶ. Φθάνω στό φαρμακεῖο, στεγάζεται σέ ἕνα παλιό κτίριο. Μοῦ θυμίζει κάποια παλιά μαγαζιά στήν Νίκαια. Περιμένω νά τελειώσει ἕνας κύριος, πού γεμίζει μιά τσάντα φάρμακα καί ἀργεῖ. Φθάνει ἡ σειρά μου, παίρνω τά φάρμακα. Διαβάζω τό ὄνομα τοῦ ἰδιοκτήτη καί τόν ἀκούω νά μιλᾶ μέ προφορά διαφορετική. «Δέν εἶσαι ντόπιος» τοῦ λέω. «Ὄχι, εἶμαι ἀπό τήν Κάλυμνο» μοῦ ἀπαντᾶ. «Ἐρωτικός μετανάστης;» τόν ρωτῶ. «Ὄχι, κανονικότατος. Δέν μποροῦσα νά ἀντέξω τήν μεγάλη φορολογία στήν Ἑλλάδα.

Ἔπρεπε νά τό κλείσω τό φαρμακεῖο. Ἦλθα ἐδῶ καί ζῶ ἀξιοπρεπῶς» μοῦ ἀπαντᾶ. Τόν ἀποχαιρετῶ, ἀφοῦ μιλᾶμε γιά λίγο ἀκόμη. «Ἀπό ἑλληνικό σέ ἑλληνικό νησί μετακόμισες» τοῦ λέω… Στό ξενοδοχεῖο, ἡ κυρία πού μᾶς σερβίρει, χαμογελᾶ πλατειά. «Ἐπί τέλους, ἀκούω ἑλληνικά» λέει. «Δική μας κι ἐσύ, ἔ;» τῆς λέω. «Εἶμαι Κυπρία» μοῦ ἀπαντᾶ. «Ἔ, δική μας εἶσαι. Σάν νά μοῦ λές ὅτι εἶσαι Κρητικιά ἤ Πειραιώτισσα» τῆς ἀπαντῶ, καί γελᾶ. «Ἐσύ ἀπό ποῦ εἶσαι;» ρωτῶ τήν μικρή μέ τό λαμπερό χαμόγελο, πού φέρνει τούς καφέδες. «Ἀπό τό Μεσολόγγι. Ἦλθα γιά διακοπές, ἐρωτεύτηκα καί νά ’μιά!» λέει γελῶντας. «Ἀπό ἡρωική πόλη σέ ἡρωικό νησί!» τῆς λέω, καί τό χαμόγελό της γίνεται πιό λαμπερό.

Απόψεις

Νῖκος Π. Τσάκος: Θέλουμε ἑλληνική σημαία σέ ὅλα μας τά πλοῖα

Δημήτρης Καπράνος
Ὁ ἐπί κεφαλῆς τῆς ΤΕΝ ἀναφέρθηκε ἐπίσης στίς προϋποθέσεις τῆς ἐπιτεύξεως τῶν στόχων καί σημείωσε ὅτι χρειάζονται περισσότεροι διαθέσιμοι Ἕλληνες ναυτικοί, ἀλλά καί νεωτεριστικές ἰδέες

Ἡ ἀδιέξοδη ἐνεργειακή μετάβαση

Εφημερίς Εστία
Ἐντύπωση προκαλοῦν ἡ ἀντίδραση τῆς Κομμισσιόν καί οἱ τοποθετήσεις διαφόρων ἀνώτερων στελεχῶν της, ἐν ὄψει τῶν μέτρων πού πρέπει νά ληφθοῦν γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς νέας ἐνεργειακῆς κρίσης, ἡ ὁποία μαστίζει τήν Εὐρώπη τούς τελευταίους μῆνες.

«Ποτέ δέν θεώρησα νεκρούς ὅσους ἔφερε στό φῶς ἡ ἀρχαιολογική σκαπάνη»

Εφημερίς Εστία
ΕΦΗ ΣΑΠΟΥΝΑ-ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗ: Ἐπί ἕξι δεκαετίες ὑπηρετεῖ τήν ἐπιστήμη τῆς Ἀρχαιολογίας

Ὁ Τάφος τῆς Κρίσεως: Ἐκεῖ ὅπου οἱ ψυχές λογοδοτοῦν

Εφημερίς Εστία
H ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ

Στό ἐρώτημα «ἄν ἀνηφορίζει κανείς τήν Ἀκρόπολη, γιά νά τήν δεῖ, πεζῇ ἤ μέ αὐτοκίνητο, ἀπαντῶ: μέ τά γόνατα!»

Εφημερίς Εστία
Ὁ κορυφαῖος νεωτεριστής ἀρχιτέκτων Λέ Κορμπυζιέ, μέγας γνώστης τῶν μυστικῶν τῆς Ἀκροπόλεως, ἀναφερόμενος στόν Παρθενῶνα, εἶχε δηλώσει: «Παραμένω ἀνίκανος νά καταλάβω τό μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Ἕνας ἄγριος καί ἀπελπισμένος ἀγῶνας...»