Ἡ Ἀλίκη στήν χώρα τῶν (μή) θαυμάτων…

Δόξα Τῷ Θεῷ, λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματος τό ὁποῖον ἐπιλέξαμε, ἔχουμε ταξιδέψει σέ ὅλο, σχεδόν, τόν κόσμο. Ἔχουμε δεῖ πολλές –δέν θυμόμαστε πόσες– πρωτεύουσες, ἀλλά καί μεγάλες πόλεις στήν Εὐρώπη, τίς ΗΠΑ, τόν Καναδᾶ, τήν Ἀσία, τήν Ἀφρική, τήν Νότιο Ἀμερική.

Ἔχουμε σεργιανίσει στίς παλιές πόλεις, δηλαδή στά κέντρα, τήν καρδιά τῶν σύγχρονων μεγαλουπόλεων, τά ὁποῖα, ὅσο εἶναι δυνατόν –καί σέ πολλές πόλεις εἶναι– ἔχουν διασώσει τό παρελθόν του καί τό θυμίζουν στόν ἐπισκέπτη ἀνά πᾶσα στιγμή.

Βλέπεις, δηλαδή, ἐντοιχισμένες πλάκες στούς τοίχους, στίς ὁποῖες ἀναφέρεται «Ἐδῶ ἔζησε ὁ ποιητής …» ἤ «Σέ αὐτό τό σπίτι ἔγραψε ὁ συγγραφεύς…» ἤ «στόν τρίτο ὄροφο αὐτοῦ τοῦ κτηρίου συνέθεσε τίς μελωδίες του ὁ μουσουργός…». Κι ἐσύ φέρνεις ἀμέσως στόν νοῦ τόν δημιουργό, κι ἄν δέν τόν ξέρεις ρίχνεις μιά ματιά στό «google» μέσῳ τοῦ φορητοῦ σου τηλεφώνου καί μαθαίνεις τά πάντα…

Ἐμεῖς, ἐδῶ, στήν Ἑλλάδα, σέ ὅλες σχεδόν τίς πόλεις, μέχρι προσφάτως, περιφρονούσαμε προκλητικά τήν οἰκία τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, τήν οἰκία τῆς Μαρίας Κάλλας. Αὐτά ἐν Ἀθήναις, ἀλλά καί σέ ἄλλες πόλεις, συμβαίνει τό ἴδιο μέ οἰκίες μεγάλων μορφῶν τῆς Ἐπαναστάσεως, τῶν Ἐθνικῶν Ἀπελευθερωτικῶν Ἀγώνων, τῆς Μουσικῆς, τῆς Ποιήσεως, τῆς Ζωγραφικῆς, τῆς Γλυπτικῆς, τῆς Λογοτεχνίας, τοῦ Θεάτρου, τοῦ Κινηματογράφου, τῶν Ἐπιστημῶν. Μᾶς ἀρέσει –εἶναι γεγονός– ἡ ἰσοπέδωση τῶν πάντων, μᾶς ἀρέσει νά θάβουμε ὅποιον προκόβει, μᾶς ἀρέσει νά κατηγοροῦμε –συνήθως χωρίς στοιχεῖα– ὅποιον ξεχωρίζει.

Γενικῶς, δέν μᾶς ἀρέσουν ἐκεῖνοι πού ξεχωρίζουν. Στόν συγκεκριμένο τομέα, ἔχουμε ἀντιγράψει τούς ἀποικιοκράτες καί σκληρότατους Βρεταννούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθιερώσει τόν ὅρο Soldiering, ὁ ὁποῖος ἐπιδέχεται πολλῶν ἑρμηνειῶν, ὅπως κάθε, σχεδόν, ἀγγλική λέξη. Κατά μία ἔννοια, λοιπόν, σημαίνει «τό νά στέκονται ὅλοι σέ μιά εὐθεῖα γραμμή καί νά μήν ξεχωρίζει οὔτε …ἕνα χιλιοστό τοῦ ὑποδήματός τους!» Στήν Ἑλλάδα μᾶς ἀρέσει ὅλοι «νά εἶναι σάν τά μοῦτρα τους», ὅλοι «νά τά πιάνουν», ὅλοι «νά εἶναι τσιράκια». Ἔχουμε καί μιά Δικαιοσύνη πού δικάζει «μέ βάση τό κοινό αἴσθημα», ὁπότε, ἄστα νά πᾶνε! Κι ἔτσι, ὅποιος ξεχωρίσει –σέ ὁποιονδήποτε τομέα– πρέπει νά συκοφαντηθεῖ, νά λοιδορηθεῖ, νά βγοῦν τά ἄπλυτά του «στά φόρα», ἄπλυτα τά ὁποῖα εἶναι συνήθως ψευδῆ, ἀλλά ἡ λάσπη ἀπό τόν ἀνεμιστῆρα ἐπικάθηται παντοῦ καί, κυρίως, πρέπει …νά ξεχαστεῖ!

«Διάβασα πρό ἡμερῶν τά ἑξῆς: “Ἡ οἰκία ὅπου κατοικοῦσε γιά μία δεκαετία περίπου στήν συνοικία τοῦ Ἁγίου Παύλου ἡ Ἀλίκη Βουγιουκλάκη, ὁδός Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ἀριθμός 61, ρημάζει στά 100 μέτρα ἀπό αὐτό, σέ εὐθεῖα γραμμή, εἶναι τό διατηρητέο κτήριο τῶν γραφείων καί ἐργαστηρίων τῆς Φίνος Φίλμ, στήν ὁδό Χίου. Πωλεῖται ἀπό τόν ἰδιοκτήτη του καί τελικῶς βλέπω νά γίνεται μπουτίκ ὀτέλ, ἀντί νά τό ἀγοράσει ὁ Δῆμος Ἀθηναίων καί νά γίνει Μουσεῖο Κινηματογράφου. Καμμία πρόνοια γιά τό μέλλον τῆς γειτονιᾶς, πού θά ἔπρεπε νά ἦταν τό πολιτιστικό κέντρο τῆς Ἀθήνας”.»

Μά, ἡ Ἀλίκη καί ἡ Φίνος Φίλμ εἶναι τό θέμα; Θά ποῦν οἱ αἰώνιοι ἰσοπεδωτικοί. Καί γιατί ὄχι ἡ Ἀλίκη; Μήπως ἐπειδή δέν ἦταν σάν τά μοῦτρα μας;

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ