«Παγκόσμια ἡμέρα ναυτικοῦ» χθές. Μηνύματα ἀπό τόν ὑπουργό, ἀπό τίς Ἑνώσεις, ἀπό τίς ἑταιρεῖες. Γιά σκέψου!
Τέτοια μέρα, γιόρταζε ἡ μισή Ἑλλάδα! Δέν ὑπῆρχε σπίτι πού νά μήν ἔχει ναυτικούς. Ἀπό τήν Γαῦδο μέχρι τό Σουφλί, κάθε σπίτι εἶχε τόν ναυτικό του! Ἡ θάλασσα ἦταν ἡ διέξοδος, ἡ θάλασσα ἦταν ὁ δρόμος.
«Διάλεξε, θάλασσα ἤ βοσκός» ἔλεγαν στά παιδιά τους οἱ Καρδαμυλίτες, στήν Χίο. Καί ξεχύθηκαν, τότε, οἱ νησιῶτες στήν θάλασσα. Καί γέμισαν οἱ θάλασσες βαπόρια καί τά βαπόρια Ἕλληνες! Κι ἀκολούθησαν καί οἱ στεργιανοί, ἀκολούθησε ὁ Πειραιᾶς καί τά περίχωρα καί κάθε μῆνα γέμιζαν οἱ σκάλες (κι ἀργότερα οἱ ἀνελκυστῆρες) τῆς Ἀκτῆς Μιαούλη ἀπό τίς ἡρωίδες γυναῖκες τῶν ναυτικῶν, πού πήγαιναν νά εἰσπράξουν τόν μισθό.
Καί μέ τά «ρόζ χαρτάκια» χτίζονταν σπίτια, προικίζονταν τά κορίτσια τῶν ναυτικῶν καί πληρώνονταν «τά ἐγγλέζικα καί τά γαλλικά» τῶν ἀγοριῶν, πού θά γίνονταν «καπεταναῖοι μέ λόουερ κι ὄχι σάν κι ἐμᾶς πού τά μιλᾶμε πραχτικά», ὅπως ἔλεγαν στόν καφενέ οἱ ναυτικοί ὅταν ξεμπαρκάριζαν… Θυμᾶμαι ἀκόμη τόν κύριο Μανώλη, τόν πατέρα τοῦ ἀείμνηστου φίλου μου Ἄγγελου Μαστοράκη, πού ἦταν μηχανικός στά βαπόρια.
Ζήτημα νά τόν βλέπαμε κάνα-δυό μῆνες κάθε δυό-τρία χρόνια. Κι ἡ μάνα τοῦ Ἄγγελου καί τοῦ Λευτέρη, ἡ κυρα-Θοδώρα, ἀπό τήν Λευκάδα, πρόσεχε τά παιδιά καί ἔφτιαχνε δωμάτιο-δωμάτιο τό σπίτι. Ἀκόμη θυμᾶμαι τίς κοῦκλες, πού βρίσκονταν σέ κάθε κρεβατοκάμαρα Ἕλληνα ναυτικοῦ! Κοῦκλες ἀπό ὅλο τόν κόσμο, πού τίς στόλιζαν οἱ γυναῖκες τῶν ταξιδιάρηδων στά κρεβάτια τους. Πρώτη φορά εἶδα σεντόνια «Κάνον» στό σπίτι τοῦ Ἄγγελου! Καί πρώτη μας φορά εἴχαμε «βιού-μάστερ», πού μᾶς τό ἔφερε ὁ πατέρας του, μέ μιά μεγάλη σειρά ἀπό δισκάκια. Καί περιμέναμε, ὅλα τά παιδιά τῆς γειτονιᾶς στήν σειρά, γιά «νά δοῦμε τό ἔργο», δηλαδή τά τοπόσημα καί τοπία ἀπό τίς διάφορες χῶρες, πού ζωντάνευσαν στά μάτια μας μέσα ἀπό τίς δυό τρυποῦλες τῆς μικρῆς χειροκίνητη συσκευῆς, πού ἦταν γιά ἐμᾶς σινεμά, τηλεόραση καί ὁ Παράδεισος μαζί!
Θυμᾶμαι ἀκόμη τίς «μάχες» μεταξύ τοῦ ἰατροῦ πατέρα μας μέ τόν μεγάλο μας ἀδελφό, ὁ ὁποῖος «δέν ἤθελε τά γράμματα» καί ἄφησε τό Γυμνάσιο γιά νά σπουδάσει μηχανικός καί ἠλεκτρολόγος στόν «Ἀπολλώνιο» τοῦ κυρίου Δουζίνα. Κι ὕστερα, μᾶς εἶπε «θά πάω στά καράβια» καί ταξίδεψε γιά χρόνια πολλά καί γέμισε τό δωμάτιό μου δίσκους μέ μουσικές ἀπό ὅλο τόν κόσμο, μέχρι καί μαγνητόφωνο μέ μικρή «μπομπίνα» μᾶς ἔφερε, θυμᾶμαι καί τήν μάρκα, «Μινίκο»!
Κι ὕστερα μοῦ ἔφερε ἕναν δίσκο μέ τόν Τρίνι Λοπέζ κι ἄκουσα πρώτη φορά τό «Ἀμέρικα», τοῦ κολοσσοῦ Λέοναρντ Μπέρνστάιν, πού ἔγραψε γιά τήν ταινία «Γουέστ σάιντ στόρυ», καί μετροῦσα –ἔκπληκτος– δέκα «ὄγδοα»! Κι ὅταν ἄρχισα νά τό παίζω στό πιάνο, λάτρεψα ἐκείνη τήν μουσική. «Ἄι λάικ τού μπή ἰν Ἀμέρικα!». Καί ποιός δέν τό εὐχόταν τότε, στήν Κοκκινιά μας!
Ναυτικοί, βαπόρια, θάλασσα παντοῦ! Καί θρῆνος, πολλές φορές, καθώς ἡ θάλασσα ἔπαιρνε πολλές φορές «μαζί της» τούς ναυτικούς στά μεγάλα ναυάγια. Κι ἔγραφαν οἱ ἐφημερίδες κι ἔβαζαν καί τίς φωτογραφίες τῶν θυμάτων πρωτοσέλιδες!
Σήμερα, πού τά πλοῖα εἶναι ἀπολύτως ἀσφαλῆ, πού ἡ διαβίωση στό βαπόρι εἶναι παιγνιδάκι μπροστά σέ ἐκεῖνα τά χρόνια, εἶναι ζήτημα ἄν ἔχουμε δεκαπέντε χιλιάδες Ἕλληνες στήν θάλασσα κι ὅλο λιγοστεύουν!
Δύσκολη ἡ θάλασσα γιά τά Ἑλληνόπουλα. Τοὐλάχιστον ἄς τά κρατήσουμε στά γραφεῖα!

