Ἡ Νίκη καί ἡ ἧττα τῆς Σαμοθράκης

Ναί, δέν λέω, γίναμε ρεζίλι διεθνῶς μέ τήν Σαμοθράκη. Ὄχι πώς δέν συμβαίνουν καί ἀλλοῦ αὐτά, ἀλλά ὅταν θές νά λέγεσαι «ἡ χώρα τῶν νησιῶν» καί νά διεκδικεῖς μεγαλύτερο μερίδιο ἀπό τήν ἀγορά, ὀφείλεις νά θωρακίζεις τά νῶτα σου.

Ὡραιότατο νησί, καταπράσινο καί μέ ὀμορφιές ἡ Σαμοθράκη, ἔγινε γνωστό τά τελευταῖα χρόνια κυρίως γιά τήν ἐλευθεριότητα πού ἔχει ἐκεῖ ὁ τουρίστας. Μπορεῖ, δηλαδή, νά ἐπιλέξει μεταξύ «Γοῦντστοκ», ἐνοικιαζόμενου δωματίου, Airbnb καί καλοῦ ξενοδοχείου. Ἀπό ὅλα ἔχει ὁ μπαξές.

Ἐμεῖς, εὐτυχῶς, τήν γνωρίσαμε νέοι, πρίν «ἀξιοποιηθεῖ», μέ διαμονή σέ πρόχειρα καταλύματα, μέ ἀναβάσεις στίς κορυφές καί μέ μπάνιο σέ καταγάλανα νερά. Ὡστόσο, τό νησί ἀπό ὅπου ἐκλάπη ἡ περίφημη «Νίκη τῆς Σαμοθράκης» ὀφείλει πολλά στόν ἄγνωστο μεγαλοφυῆ γλύπτη, πού «κέντησε» τό περίφημο δημιούργημα, τό ὁποῖο σήμερα κοσμεῖ (κλοπιμαῖο) τό μουσεῖο τοῦ Λούβρου καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πλέον δημοφιλῆ ἐκθέματα στόν κόσμο!

Στίς 15 Ἀπριλίου τοῦ 1865 ἡ ἀρχαιολογική ἀποστολή τοῦ Γάλλου ὑποπροξένου Καρόλου Σαμπουαζώ πραγματοποιοῦσε ἀνασκαφές στό βόρειο τμῆμα τοῦ νησιοῦ, πού ἐτέλει ὑπό ὀθωμανική κατοχή.

Κάποια στιγμή, ἕνας Ἕλληνας ἐργάτης ἀναφώνησε: «Κύριε, εὕραμεν μιά γυναίκα»! Εἶχε βρεῖ τά πόδια καί τόν κορμό τῆς Νίκης τῆς Σαμοθράκης. Ὁ Σαμπουαζώ χρειαζόταν τήν ἄδεια τῆς Ὑψηλῆς Πύλης γιά νά μεταφέρει τό γλυπτό στή Γαλλία καί, φυσικά, τήν πῆρε εὔκολα. Τό ἄγαλμα ἔφτασε στόν Λοῦβρο στίς 11 Μαΐου τοῦ 1864, ἀλλά μέ σημαντικές ἐλλείψεις. Εἶχε βρεθεῖ σέ πολλά κομμάτια, γιατί οἱ καλλιτέχνες τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου συνήθιζαν νά δημιουργοῦν τά γλυπτά σέ τμήματα καί νά τά ἑνώνουν μετά. Ὅταν ὁ Σαμπουαζώ ἅρπαξε τήν Νίκη τῆς Σαμοθράκης εἶχε ἀφήσει στό νησί τό βάθρο (πρῶρα) στήν ὁποία στηριζόταν τό ἄγαλμα, γιατί πίστευε ὅτι ἀνῆκε σέ ἄλλη σύνθεση. Χωρίς τό βάθρο, ὅμως, τό ἄγαλμα δέν μποροῦσε νά σταθεῖ. Ἦταν ἔτσι δημιουργημένο ἀπ’ τόν γλύπτη, πού χρειαζόταν νά στέκεται στήν πρῶρα γιά νά καταδεικνύεται ἡ κίνησή του. Τό πρόβλημα ἔλυσαν Αὐστριακοί ἀρχαιολόγοι τό 1875, ὅταν συνειδητοποίησαν ὅτι τελικά ἡ πρῶρα ἦταν μέρος τῆς γλυπτικῆς συνθέσεως τῆς Νίκης. Μέ σχετική εὐκολία ὁ Σαμπουαζώ μετέφερε καί αὐτό τό τμῆμα στήν Γαλλία… Ὅταν, λοιπόν, εἶσαι ἡ Ἑλλάδα, ὅταν εἶσαι ἡ Σαμοθράκη, ὅταν τό ὄνομά σου ἀκούγεται καθημερινά σέ πολλά σημεῖα τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖς νά ἐπαφίεσαι στόν κάθε κατ’ ἐξακολούθηση προβληματικό «ἐπιχειρηματία» καί νά ἐξαρτᾶται ἀπό τίς δικές του κινήσεις ἡ ἀκτοπλοϊκή σύνδεσή σου μέ τήν Ἀλεξανδρούπολη.

Ἐκμεταλλεύεσαι στό ἔπακρο τήν Νίκη σου, προβάλλεις τήν ἱστορία τοῦ νησιοῦ σου (Κάβειροι κ.ἄ.), ἀλλά πρωτίστως ἐξασφαλίζεις τήν σύνδεση μέ τήν ἀπέναντι στεριά. Διότι ἀλλιῶς, πᾶς χαμένος! Ναί, σέ μιά πολυνησιακή χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα, πού μέσα σέ δύο καλοκαιρινούς μῆνες πρέπει νά ἐξυπηρετήσει ἑκατομμύρια διψασμένους γιά διακοπές ἀνθρώπους, μπορεῖ νά συμβοῦν καί παρατράγουδα στήν ἀκτοπλοΐα. Ἀλλά τό θέμα τῆς Σαμοθράκης δέν εἶναι χθεσινό. Κοντεύει νά ἔχει τήν ἴδια ἡλικία μέ τήν Νίκη! Καί δυστυχῶς, ἡττώμεθα κατά κράτος. Καί κατ’ ἐξακολούθηση…

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.