Πρίν λίγες μέρες, βρέθηκα στό Ὑπουργεῖο Ἀγροτικῆς Ἀνάπτυξης, προσκεκλημένος ἑνός μεγάλου Ἕλληνα, τοῦ κ. Ἄγγελου Ζαχαρόπουλου.
Ἑνός Ἕλληνα πού ἀφιέρωσε τήν καρριέρα του –ἴσως καί τήν ζωή του– στό καθῆκον του γιά τήν Ἑλλάδα.
Ἑνός λειτουργοῦ τοῦ Δημοσίου, τόν ὁποῖο τίμησε ἡ σημερινή ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἔστω καί ἀργά. Πολύ ἀργά. Ἑνός Ἕλληνα πού πρωταγωνίστησε τόσο στίς ἐνταξιακές διαπραγματεύσεις τῆς χώρας μας στήν ΕΟΚ, ὅσο καί στίς κατά καιρούς μάχες πού ἔδινε ἡ Ἑλληνική ἀντιπροσωπεία, μέ στόχο τήν εὐεργετικώτερη ἀντιμετώπιση τῶν ἀγροτικῶν, καί ὄχι μόνο, προϊόντων μας.
- Του Iωάννη Ν. Φιλιππάκη, ἐκδότης
Μέ τόν κ. Ἄγγελο Ζαχαρόπουλο μᾶς συνδέει μιά μακρά καί ἰδιότυπη σχέση φιλίας, ἀφοῦ, ὄντας συμμαθητής καί φίλος μέ τόν ἀγαπημένο γυιό του, τόν Ντῖνο, μπαινόβγαινα στό σπίτι του ἀπό τά μαθητικά μας χρόνια. Ἀπό τήν ἐποχή τῆς ἀθωότητας, τῶν πάρτυ μασκέ, τῶν χρόνων τῶν ὀνείρων.
Ἦταν ἕνα ζεστό ἀπόγευμα, ὅπου, καταφέρνοντας νά ἀποδράσω ἀπό τήν ἐπίπονη καθημερινότητα, κατηφόρισα πρός τήν πλατεῖα Βάθη. Μία πλατεῖα μέ ἀναμνήσεις ἀπό τά παιδικά μου χρόνια. Τότε πού ἡ μητέρα μου μέ ἔτρεχε στό Ἐθνικό Ὠδεῖο, προσπαθῶντας νά μᾶς δώσει ὅσο περισσότερα ἐφόδια μποροῦσε, γιά νά ριχτοῦμε στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Ποῦ νά φανταστεῖ ἡ καημένη ἡ κυρία Μέλπω ὅτι τά γαλλικά καί τό πιάνο δύσκολα θά μοῦ φαίνονταν χρήσιμα στήν ζούγκλα τῆς ἀγορᾶς; Ἴσως μόνον ὡς ἐφόδια σφυρηλάτησης ἑνός χαρακτήρα πού θά ἔμενε ἀνέγγιχτος ἀπό τήν ἀνηθικότητα καί τήν χυδαιότητα. Μία πλατεῖα, ὅμως, πού σήμερα δέν ἔχει νά ζηλέψει τίποτε ἀπό πλατεῖα ἀραβικῆς πόλης ἤ, μᾶλλον καλύτερα, πόλης τῆς ὑποσαχάριας Ἀφρικῆς. Μία πλατεῖα πού δέν ἔχουν ἐπισκεφθεῖ ὅσοι ἀνοήτως κραυγάζουν γιά σταθερότητες καί ἄλλα τέτοια τινά, καί πού δέν ἔχουν τολμήσει νά πατήσουν τό πόδι τους κάτω ἀπό τήν Ὁμόνοια. Σέ περιοχές πού μοιάζουν ἀπό ταινία προσεχῶς.
Φθάνοντας στήν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Ὑπουργείου, κάθισα σέ μιά γωνιά. Ποτέ δέν μοῦ ἄρεσαν οἱ φιγοῦρες καί ἡ προβολή. Ἀκούγοντας τόν Ὑπουργό Ἀγροτικῆς Ἀνάπτυξης νά τιμᾶ τόν κ. Ἄγγελο Ζαχαρόπουλο, πολλές σκέψεις μέ κυρίευσαν. Ὄντως, ἦταν σχῆμα ὀξύμωρο νά τιμᾶται ἕνας πραγματικά ἄριστος μέσα σέ ἕναν χῶρο πού τά τελευταῖα χρόνια οἱ «ἄριστοι τῆς φακῆς» ἄφησαν νά… μεγαλουργήσουν οἱ Ὀπεκεπέδες, οἱ «Φραππέδες» καί τά «τρωκτικά» τῶν ἐπιδοτήσεων. Μέσα σέ ἕνα Ὑπουργεῖο πού, ἀντί νά βρίσκεται στήν πρώτη τριάδα ἀπό πλευρᾶς σημαντικότητας στήν Κυβέρνηση, ἔχει καταντήσει προορισμός κυβερνητικῆς ἐξορίας πολιτικῶν πού, στήν καλύτερη καί ἐντιμότερη ἐκδοχή, παριστάνουν τούς Μαυρογιαλούρους. Σέ ἄλλες ἐκδοχές, θά προτιμήσω νά μήν χαρακτηρίσω.
Τά λόγια, ὅμως, τοῦ τιμώμενου προσώπου ξύπνησαν μέσα μου ὅλα μου τά βιώματα πού σχετίζονταν μέ ἕναν ἄλλον λειτουργό τοῦ Δημοσίου, πού ὄχι μόνο δέν τιμήθηκε, ἀλλά στήν δύση τῆς καρριέρας του τοποθετήθηκε στό «ψυγεῖο», ἀρνούμενος νά ἐνταχθεῖ στήν ἁρμόδια κλαδική τῶν πρασινοφρουρῶν. Μία ἐποχή τήν ὁποία ἔχουμε τοποθετήσει στήν λήθη. Ἤ, ἀκόμα περισσότερο, τούς ἀπογόνους ἐκείνων τῶν πράσινων ταγμάτων τούς θεωροῦμε σταθερότητα καί μοναδική λύση νά μᾶς κυβερνοῦν.
Ὁ περί οὗ ὁ λόγος λειτουργός ἦταν ὁ πατέρας μου, ὁ ὁποῖος μᾶς βλέπει ἀπό ψηλά. Ὁ Νικόλαος Φιλιππάκης πέρασε τά νιᾶτα του στά θρανία τῶν πανεπιστημίων, στήν Ἑλλάδα καί στήν Γαλλία, κάνοντας δύο μεταπτυχιακά, στήν Γεωλογία καί στήν Μηχανική Πετρελαίων. Δύο ἐπιστῆμες σχετικά ἄγνωστες στήν χώρα μας τήν δεκαετία τοῦ 1960. Καί, ἀφοῦ περπάτησε σχεδόν ὅλη τήν πατρίδα μας, χαρτογραφῶντας την ἀπό ἄκρη σέ ἄκρη, εἶδε τήν εὐόδωση τῶν προσπαθειῶν του, καί μίας παρέας λίγων ἐπιστημόνων, μέ τήν ἀνακάλυψη τῶν κοιτασμάτων τῆς Θάσου. Δυστυχῶς, ἡ ἀνταμοιβή του, λίγα χρόνια ἀργότερα, ἦταν ἡ τοποθέτησή του στό «ψυγεῖο» μέχρι τήν συνταξιοδότησή του.
Τά λόγια τοῦ ἔντιμου πατριώτη Ἄγγελου Ζαχαρόπουλου μοῦ ξύπνησαν εἰκόνες ἀπό μία ἄλλη Ἑλλάδα. Μία Ἑλλάδα ὅπου οἱ πραγματικά ἄριστοι ἀφιέρωναν τήν ζωή τους στήν ὑπηρέτηση τοῦ σκοποῦ τους. Στό νά μποροῦν νά ἀντικρύζουν μέ ὑπερηφάνεια τήν οἰκογένειά τους καί τήν σημαία. Μέ ὑπερηφάνεια, ταπεινότητα καί ἐντιμότητα. Ἀρετές πού μοιάζουν τόσο μακρινές ἀπό τά νέα πρότυπα τῆς ἐποχῆς, τῶν ἰθυνόντων τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς.
Μόλις ἔληξε ἡ σεμνή τελετή καί, ἀφοῦ ἔσφιξα τό χέρι τοῦ Κυρίου Ἄγγελου Ζαχαρόπουλου –μέ τό κάππα κεφαλαῖο–, ἔφυγα βιαστικά, γιά νά ἐπιστρέψω βουβός καί σκεπτικός στόν βοῦρκο τῆς σημερινῆς πραγματικότητας. Ἄραγε, μπορεῖ ἡ Ἑλλάδα μας νά ξαναεκτιμήσει Ἀγγέλους Ζαχαρόπουλους; Νά μήν ξαναπληγώσει Νικολάους Φιλιππάκηδες; Γιατί σίγουρα ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν. Γιατί αὐτός ὁ τόπος γεννάει ἔντιμους καί πατριῶτες ἀνθρώπους. Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει…
Ὅταν ἔσφιξα τό χέρι τοῦ ἐνενηντάχρονου καί πλέον τιμηθέντος, μέ ἀγκάλιασε καί μέ εὐχαρίστησε πού τόν τίμησα. Ὄχι! Ἐμεῖς σᾶς εὐχαριστοῦμε, κύριε Ἄγγελε Ζαχαρόπουλε! Ἐμεῖς σᾶς εὐχαριστοῦμε γιά ὅσα κάνατε καί γιά τά πρότυπα πού ἀφήνετε στούς, ἔστω καί φθαρμένους καί ταλαιπωρημένους, τοίχους τοῦ πάλαι ποτέ ἱστορικοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Πρότυπα πού φαίνεται ὅτι ἔχουν ξεχάσει οἱ ὄψιμοι φιλοευρωπαϊστές, δῆθεν ὑπερασπιστές τῆς θεσμικότητας.



