Τέσσερα χάλκινα ἄλογα, αἰῶνες Ἱστορίας καί ἕνα ταξίδι πού συνδέει τήν Ἀρχαιότητα, τό Βυζάντιο, τήν Βενετία καί τόν Ναπολέοντα
Οἱ περίφημοι «Ἵπποι τοῦ Ἁγίου Μάρκου», ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά σύμβολα τῆς περιπετειώδους διαδρομῆς τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, στέκονται στήν κορυφή τῆς Βασιλικῆς τοῦ Ἁγίου Μάρκου στήν Βενετία.
- Tῆς Πολυξένης Μέγα
Τά γλυπτά, τά ὁποῖα εἶναι ἀντίγραφα, ἔχουν ὕψους περίπου 2,38 μέτρα τό κάθε ἕνα, εἶναι κατασκευασμένα μέ τήν τεχνική τοῦ «χαμένου κεριοῦ» καί πιθανώτατα ἀρχικά εἶχαν ἐπιχρυσωθεῖ. Ὁ ὑψηλῆς καθαρότητας χαλκός ἐπιλέχθηκε γιά νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀπαιτητική ἐπιχρύσωση μέ τήν τεχνική τῆς χρήσης ὑδραργύρου. Σύμφωνα μέ ἐκτιμήσεις, τά γλυπτά χρονολογοῦνται ἀπό τήν Κλασσική Ἀρχαιότητα καί ἔχουν ἀποδοθεῖ στόν ἀρχαῖο Ἕλληνα γλύπτη τοῦ 4ου αἰώνα π.Χ. Λύσιππο, ἄν καί αὐτό μέχρι καί σήμερα δέν εἶναι εὐρέως ἀποδεκτό.
Ἡ ἱστορία τῶν γλυπτῶν συνδέεται μέ τήν Κωνσταντινούπολη. Οἱ ἵπποι μαζί μέ τό τέθριππο, μέ τό ὁποῖο ἀποτελοῦσαν σύνολο, βρίσκονταν ἐκεῖ κατά τήν Βυζαντινή περίοδο καί συνδέονται μέ τόν Ἱππόδρομο τῆς πόλης. Ἔφθασαν στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τήν Χίο κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου καί κοσμοῦσαν τίς θέσεις ἐκκίνησης τῶν ἁρμάτων.
Τό 1204, ὅταν ἡ Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε ἀπό τούς σταυροφόρους τῆς Δ΄ Σταυροφορίας καί λεηλατήθηκε, οἱ Βενετοί, πού εἶχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στήν ἐκστρατεία, μέ ἐπί κεφαλῆς τόν δόγη Ἐνρίκο Ντάντολο, μετέφεραν στήν Βενετία τά γλυπτά μαζί μέ πλῆθος ἄλλων πολύτιμων ἔργων τέχνης ἀπό τήν Πόλη. Οἱ τέσσερεις ἵπποι μεταφέρθηκαν ἀρχικά στό βενετικό ὁπλοστάσιο καί, στήν συνέχεια, τοποθετήθηκαν στήν Βασιλική τοῦ Ἁγίου Μάρκου, πιθανώτατα στά μέσα τοῦ 13ου αἰώνα. Ἤδη ἕνα ψηφιδωτό, περίπου τοῦ 1265, δείχνει τούς ἵππους τοποθετημένους στήν πρόσοψη τοῦ ναοῦ, στήν θέση πού θά βρίσκονταν γιά αἰῶνες. Τά κολλάρα στόν λαιμό τους προστέθηκαν ἀργότερα, τό 1204, γιά νά καλύψουν τά σημεῖα κοπῆς τῆς κεφαλῆς τους, ὅταν αὐτό ἐπιλέχθηκε ὡς λύση γιά τήν μεταφορά τους ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Βενετία.
Ἡ ἐπιλογή νά τοποθετηθοῦν στήν πρόσοψη τοῦ σημαντικώτερου ναοῦ τῆς πόλης δέν ἦταν τυχαία. Στόν Μεσαιωνικό κόσμο τά ἔργα τέχνης μποροῦσαν νά λειτουργοῦν καί ὡς πολιτικά σύμβολα. Ἡ κατοχή ἀρχαίων γλυπτῶν πού εἶχαν συνδεθεῖ μέ τήν Κωνσταντινούπολη προσέδιδε στήν Βενετία ἕνα ἰδιαίτερο κῦρος καί ὑπενθύμιζε τήν δύναμή της στήν Ἀνατολική Μεσόγειο.

Αὐτό μέχρι τό 1797, ὅταν ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης κατέλαβε τήν Βενετία καί ἀποφάσισε νά μεταφέρει τούς ἵππους στό Παρίσι, ὅπου ἐνσωματώθηκαν στόν σχεδιασμό τῆς Ἁψίδας τοῦ Θριάμβου μαζί μέ ἕνα τέθριππο, καί χρησιμοποιήθηκαν ὡς σύμβολα τῶν κατακτήσεών του.
Ἡ πράξη αὐτή ἐντάσσεται σέ μιά εὐρύτερη πρακτική τῆς ἐποχῆς: οἱ νικητές νά μεταφέρουν διάσημα ἔργα τέχνης ἀπό τίς κατακτημένες πόλεις στίς πρωτεύουσές τους, παρουσιάζοντάς τα ὡς τρόπαια τῆς στρατιωτικῆς τους δύναμης. Ἡ παραμονή τους στό Παρίσι ὅμως δέν διήρκεσε πολύ. Μετά τήν πτώση τοῦ Ναπολέοντα, τό 1815, οἱ τέσσερεις ἵπποι ἐπέστρεψαν στήν Βενετία, μέ τήν ἐπιστροφή τους νά φέρει ἔντονο συμβολισμό, καθώς ἀποκαθιστοῦσε ἕνα ἀπό τά πιό ἀναγνωρίσιμα σύμβολα τῆς πόλης.
Γιά αἰῶνες οἱ αὐθεντικοί ἵπποι παρέμειναν ἐκτεθειμένοι στήν πρόσοψη τῆς Βασιλικῆς. Ἡ σύγχρονη ἐποχή, ὅμως, ἐπέφερε ἕνα νέο πρόβλημα: τήν φθορά. Ἡ ἀτμοσφαιρική ρύπανση καί οἱ περιβαλλοντικές συνθῆκες τῆς Βενετίας ἀπειλοῦσαν τήν διατήρηση τῶν ἀρχαίων χάλκινων γλυπτῶν. Γιά τόν λόγο αὐτόν, τά πρωτότυπα μεταφέρθηκαν τό 1980 στό ἐσωτερικό τοῦ Μουσείου τοῦ Ἁγίου Μάρκου, καί στήν θέση τους τοποθετήθηκαν ἀντίγραφα.




