Eάν ἔχουμε καθορίσει καί ἀνακοινώσει, μέσῳ χαρτῶν καί συντεταγμένων, τήν ΑΟΖ μας, τότε ἡ ἐπέκταση τῶν χωρικῶν μας ὑδάτων, καθολικά ἤ ἐπιλεκτικά, μπορεῖ νά ἀκολουθήσει
Ἡ κατοχύρωση τοῦ τουρκολιβυκοῦ μνημονίου γιά τήν χάραξη ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας καί Λιβύης ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων στήν Βεγγάζη τήν περασμένη Τρίτη 20/10 ἦταν, λίγο πολύ, ἀναμενόμενη καί ἄρα δέν πρέπει νά μᾶς ἐκπλήσσει.
- Tοῦ Κωστῆ Ν. Σταμπολῆ*
Καί αὐτό, γιατί ἦταν θέμα χρόνου ἡ ἀλλαγή ἰσορροπιῶν μεταξύ τῶν Ἀντιπροσώπων καί ἡ δημιουργία πλειοψηφικοῦ ρεύματος ὑπέρ τῶν θέσεων τῆς Ἄγκυρας καί τῆς κατοχύρωσης. Καί θά ἦταν παράλογο ἡ ἐν λόγῳ Βουλή νά ἀπεῖχε ἔτι περαιτέρω ἀπό τήν διαδικασία ἐπικύρωσης, ὅταν ἡ Λιβύη ὡς κρατικό μόρφωμα, τά τελευταῖα χρόνια, ἔχει καταστεῖ ὑποχείριο τῆς Τουρκίας, καί μέ τίς δύο κυβερνήσεις (Τρίπολης καί Βεγγάζης) νά ἔχουν ἀποδεχθεῖ τήν τουρκική ἐπικυριαρχία καί τήν χώρα νά ἔχει μετατραπεῖ σέ κανονικό προτεκτορᾶτο τῆς Ἄγκυρας.
Παρά τήν ἀλλαγή τοῦ πολιτικοῦ περιβάλλοντος στήν Λιβύη καί τήν ἐπικράτηση τῆς φιλοτουρκικῆς φράξιας, χρειάστηκαν ἕξι ὁλόκληρα χρόνια γιά νά γίνει πράξη ἡ ἐπικύρωση τοῦ ἀνυπόστατου καί παράνομου μνημονίου ‒ ἀφοῦ δέν λαμβάνει στό ἐλάχιστο ὑπ’ ὄψιν του τά προβλεπόμενα ἀπό τό Διεθνές Δίκαιο τῆς Θάλασσας (UNCLOS) ἀλλά καί ἀπό τό ἐθιμικό διεθνές δίκαιο.
Ἕνα διάστημα κατά τό ὁποῖο ἡ Κυβέρνηση, μέ ἐξαίρεση τήν κολοβή συμφωνία μέ τήν Αἴγυπτο γιά ὁριοθέτηση «τμηματικῆς» ΑΟΖ τόν Αὔγουστο τοῦ 2020, δέν ἔπραξε τίποτε τό οὐσιαστικό, γιά νά ἐνισχύσει τίς θέσεις τῆς χώρας ἀναφορικά μέ τά κυριαρχικά της δικαιώματα στό Αἰγαῖο καί στήν Ἀνατολική Μεσόγειο.
Ναί μέν τό 2025 προχώρησε στήν παραχώρηση θαλάσσιων τεμαχίων νότια τῆς Πελοποννήσου καί νότια τῆς Κρήτης (βλέπε χάρτη Α) σέ διεθνεῖς κοινοπραξίες γιά ἔρευνες ὑδρογονανθράκων, μέ πρῶτο στάδιο τήν διεξαγωγή σεισμικῶν ἐρευνῶν. Πλήν ὅμως, λόγῳ τῆς καθυστερημένης ἐπαναπροκήρυξης τοῦ διαγωνισμοῦ γιά τίς νέες παραχωρήσεις, οἱ ἐρευνητικές γεωτρήσεις στήν περιοχή ἀπό τήν κοινοπραξία Chevron ‒ Helleniq Energy δέν πρόκειται νά διεξαχθοῦν πρίν ἀπό τό 2029, τό νωρίτερο.
Μέ τίς ἐρευνητικές γεωτρήσεις νά ἀποτελοῦν τό μόνο ἁπτό στοιχεῖο πού ἐπιβεβαιώνει τά κυριαρχικά μας δικαιώματα, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι μέχρι τόν Ἰανουάριο τοῦ 2025 ‒ὁπότε καί ἀνέλαβε τήν προεδρία τῶν ΗΠΑ ὁ Ντόναλντ Τράμπ‒ ἡ ἐπίσημη θέση τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης ἦταν ἐναντίον τῶν ἐρευνῶν ὑδρογονανθράκων, στό πλαίσιο τῆς ἐνεργειακῆς «μετάβασης» καί τῆς λεγόμενης «πράσινης» ἀτζέντας.
Γεγονός πού σήμανε τήν ἀπώλεια πολύτιμου χρόνου στό ἐρευνητικό πεδίο, ἀλλά καί τήν ἀποχώρηση παραχωρησιούχων ἑταιρειῶν, πού εἶχαν πιστέψει ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶχε σοβαρές προθέσεις καί στόχους γιά ἔρευνες (βλέπε ἀποχώρηση Total, Repsol καί Energean ἀπό τήν παραχώρηση τῶν Ἰωαννίνων, ἐνῷ σύντομα ἕπεται αὐτή τῆς ExxonMobil ἀπό ΝΔ τῆς Κρήτης).
Ἡ Kυβέρνηση πίστεψε ἀφελῶς ὅτι μέ τήν παραχώρηση θαλάσσιων τεμαχίων νότια καί νοτιοδυτικά τῆς Κρήτης, καί μάλιστα σέ κοινοπραξίες στίς ὁποῖες μετέχουν οἱ μεγαλύτερες ἀμερικανικές πετρελαϊκές, καί τήν ἀνάρτηση σχετικῶν χαρτῶν (μέ τό σταγονόμετρο βέβαια), κατοχυρώνονταν τά κυριαρχικά της δικαιώματα καί ἔτσι θά ὑποχρεωνόταν ἡ Λιβύη νά σεβαστεῖ τίς θέσεις τῆς Ἑλλάδας, πού εἶναι σύννομες μέ τά προβλεπόμενα ἀπό τήν UNCLOS.
Ὁποία ἡ πλάνη, καθ’ ὅτι, ὅπως ἀπεδείχθη στήν πράξη, ἡ Κυβέρνηση καθεύδει κυριολεκτικά, ἀδυνατῶντας νά καταλάβει τήν μακροπρόθεσμη πολιτική τῆς Ἄγκυρας, πού στόχο ἔχει τήν σταδιακή καί σιωπηλή περικύκλωση τῆς χώρας μέσα ἀπό διάτρητα νομικά κατασκευάσματα (τουρκολιβυκό μνημόνιο, θαλάσσια πάρκα, Γαλάζια Πατρίδα), πού ὅμως δημιουργοῦν ἐντυπώσεις καί τετελεσμένα, ἐνῷ ἐνσωματώνονται στό ἐσωτερικό δίκαιο τῆς γείτονος.

Ὁ Ἑλληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΥΠΕΞ – ΥΠΕΝ, Ἀπρίλιος 2025)
Ἐδῶ πού ἔφθασαν τά πράγματα, ἡ Ἑλλάδα θά πρέπει νά κάνει αὐτό πού δέν ἔπραξε τόν Νοέμβριο τοῦ 2019, ὅταν συνήφθη τό τουρκολιβυκό μνημόνιο καί, ἐν συνεχείᾳ, κατατέθηκε στήν εἰδική γραμματεία στά Ἡνωμένα Ἔθνη. Τότε, ἡ Κυβέρνηση θά ἔπρεπε, τήν ἑπόμενη κιόλας ἡμέρα, νά εἶχε ἀνακηρύξει ΑΟΖ βάσει τῶν προβλέψεων τῆς UNCLOS, δηλ. σέ ὅλο τό μῆκος καί πλάτος τῆς ἐπικράτειας. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνηση ἀκολούθησε πολιτική σαλαμοποίησης, ἐπιχειρῶντας τόν καθορισμό ΑΟΖ μέ ξεχωριστές διαπραγματεύσεις μέ κάθε κράτος (Αἴγυπτος, Ἰταλία).
Οἱ διαπραγματεύσεις γιά καθορισμό ΑΟΖ ἐπιβάλλονται, ἔτσι καί ἀλλιῶς, ἀπό τό διεθνές δίκαιο, πλήν ὅμως διευκολύνονται, πρός ὄφελος τοῦ ἐπισπεύδοντος κράτους, ἐφ’ ὅσον τό ἐν λόγῳ κράτος ἔχει μέ σαφήνεια καθορίσει τίς θέσεις του πρίν ἀπό τήν διαπραγμάτευση (περίπτωση Κύπρου στίς ὁριοθετήσεις ΑΟΖ μέ Αἴγυπτο, Ἰσραήλ καί Λίβανο).
Σήμερα, ἡ ἀπάντηση τῆς Ἑλλάδας στήν νέα αὐτή ποταπή πρόκληση τῆς Τουρκίας δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλη παρά ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ σέ ὅλο τό μῆκος καί πλάτος τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, ἀφοῦ ἡ συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης ἀναφέρεται σέ ΑΟΖ καί θίγει βάναυσα τά συμφέροντα τῆς χώρας μας, μέ Τουρκία καί Λιβύη νά οἰκειοποιοῦνται, μέ τό ἔτσι θέλω, μιά τεράστια ἔκταση τῆς ἑλληνικῆς ΑΟΖ.
Πολλοί ὁμιλοῦν γιά ἐπέκταση τῶν χωρικῶν μας ὑδάτων στά 12 ν.μ. ὡς ἄμεση ἀντίδραση στήν τελευταία πρόκληση τῆς Ἄγκυρας, ξεχνῶντας ὅτι τό ἐπίμαχο θέμα εἶναι ἡ ΑΟΖ, ἡ ὁποία καί ἀποτελεῖ τό «κλειδί» γιά τήν θαλάσσια πολιτική τῆς χώρας μας.
Μέ ἄλλα λόγια, ἐάν ἔχουμε καθορίσει καί ἀνακοινώσει, μέσῳ χαρτῶν καί συντεταγμένων, τήν ΑΟΖ μας, τότε ἡ ἐπέκταση τῶν χωρικῶν μας ὑδάτων, καθολικά ἤ ἐπιλεκτικά, μπορεῖ νά ἀκολουθήσει. Ἀσφαλῶς καί μποροῦμε, ἀνά πᾶσα στιγμή, νά προχωρήσουμε στήν ἐπέκταση χωρικῶν ὑδάτων σέ ὁρισμένες περιοχές τῆς χώρας (λ.χ. κατά μῆκος ὅλης τῆς ἀκτογραμμῆς τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας, ἀπό τό ἀκρωτήρι Ταίναρο μέχρι τίς ἐκβολές τοῦ ποταμοῦ Νέστου στά ἑλληνοτουρκικά σύνορα, περιμετρικά τῆς Κρήτης καί τῆς Ρόδου καί ἀλλοῦ), κατοχυρώνοντας ἔτσι ἐθνική κυριαρχία.
Ὅμως, μέ αὐτόν τόν τρόπο, δέν ἐπιλύουμε τό οὐσιῶδες θέμα, πού εἶναι ὁ καθορισμός περιοχῶν ὅπου ἡ Ἑλλάδα μπορεῖ νά ἐξασκεῖ κατ’ ἀποκλειστικότητα κυριαρχικά δικαιώματα. Καί, ἐάν δέν λυθεῖ αὐτό τό κεφαλαιῶδες θέμα, τρίτες χῶρες θά μποροῦν, κατά τό δοκοῦν, νά ὑπεισέρχονται στίς περιοχές τῆς ΑΟΖ μας καί νά ὑφαρπάζουν ὅ,τι τούς ἀρέσει, ὅπως συμβαίνει τώρα μέ Λιβύη καί Τουρκία, καί πολύ πιθανῶς αὔριο μέ Αἴγυπτο καί Ἀλβανία.
Σέ κάθε περίπτωση, ἡ Κυβέρνηση καλεῖται νά ἐγκαταλείψει ἄμεσα τήν ἕως τώρα ἀπόλυτα παθητική στάση της καί νά υἱοθετήσει μιά ἐνεργητική καί προδραστική πολιτική. Στό πλαίσιο αὐτό, ἡ Ἑλλάδα θά πρέπει νά ἀρχίσει νά ξεδιπλώνει μέ μεθοδικότητα μιά βεντάλια νόμιμων διεκδικήσεων, πού ἕως τώρα κρατοῦσε ἐπιμελῶς κρυμμένες στά συρτάρια διαφόρων ὑπουργείων. Σέ πρώτη φάση, θά πρέπει νά δοθεῖ προτεραιότητα στήν «παγωμένη» συμφωνία μέ τήν Λευκωσία γιά τήν ὁριοθέτηση τῆς ἑλληνικῆς καί κυπριακῆς ΑΟΖ, οἱ ὁποῖες στήν πράξη ἐφάπτονται.
Κάτι πού ἔπρεπε νά εἶχε γίνει ἐδῶ καί πολλά χρόνια, ἀφοῦ ἡ ὁριοθέτηση διευκολύνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι καί οἱ δύο χῶρες εἶναι μέλη τῆς ΕΕ. Ὁ δέ καθορισμός ΑΟΖ μεταξύ Ἑλλάδας καί Κύπρου εἶναι κομβικῆς σημασίας γιά τόν εὐρύτερο σχεδιασμό τῶν ἐξωτερικῶν ὁρίων τῆς ἑλληνικῆς ΑΟΖ. Μέ τό πού θά καθοριστεῖ ἡ ὁριογραμμή μεταξύ ἑλληνικῆς καί κυπριακῆς ΑΟΖ, γίνεται ἐπέκταση πρός τά ἀνατολικά τῆς τμηματικῆς ὁριοθέτησης μεταξύ Αἰγύπτου καί Ἑλλάδας. Ἐδῶ θά φανεῖ καί ἡ σημαντική ὑποχώρηση πού ἔκανε ἡ Ἑλλάδα στήν ὁριοθέτηση πρός ὄφελος τῆς Αἰγύπτου στήν συμφωνία τοῦ 2020.
Ἀμέσως μετά τήν σύναψη καί ἀνακοίνωση τῆς ἐν λόγῳ συμφωνίας, ἡ Ἀθήνα θά πρέπει, βάσει Προεδρικοῦ Διατάγματος, νά ἀνακηρύξει ΑΟΖ σέ ὅλο τό εὖρος τῶν θαλάσσιων περιοχῶν πού συνορεύουν μέ Λιβύη, Αἴγυπτο, Τουρκία καί Ἀλβανία (βάσει τῶν προβλεπομένων στήν συμφωνία τοῦ 2009) μέ τήν ταυτόχρονη ἀνακοίνωση συντεταγμένων καί ἀνάρτηση χάρτη (βλέπε γράφημα 2) καί, ταυτόχρονα, νά ἀπευθύνει πρόσκληση σέ διαπραγματεύσεις σέ κάθε μία ἀπό τίς ἀνωτέρω χῶρες ξεχωριστά. Αὐτό θά θέσει τέρμα στίς ὅποιες ὕπουλες κατά καιρούς προτάσεις ἔχουν διατυπωθεῖ γιά σύγκληση διεθνοῦς συνάντησης μεταξύ τῶν κρατῶν τῆς περιοχῆς μέ σκοπό τόν καθορισμό τῶν θαλάσσιων συνόρων τους.
Ἡ Ἑλλάδα, προχωρῶντας στήν μονομερῆ ἐνέργεια ἀνακήρυξης ΑΟΖ (πού ὅμως δέν ἀντίκειται στήν UNCLOS καί στό ἐθιμικό διεθνές δίκαιο), θά βασιστεῖ σέ μιά ὁλόκληρη σειρά νομικῶν δεδομένων καί τετελεσμένων, πού εἶναι ἀπόλυτα ἐνισχυτικά τῶν θέσεών της. Ὑπάρχει μιά νομική φαρέτρα, σχεδόν πλήρης, πού ἀποτελεῖ μιά ἰσχυρή βάση γιά τήν διεκδίκηση τῶν θέσεών μας.
Κατ’ ἀρχάς, ὑπάρχει ὁ νόμος Μανιάτη τοῦ 2011, ὅπου ἡ ἑλληνική ΑΟΖ ὁρίζεται ξεκάθαρα στό ἄρθρο 156 τοῦ Ν 4001/2011 βάσει τῶν προβλέψεων τῆς μέσης γραμμῆς, ὅπως αὐτή ὁρίζεται στήν UNCLOS. Νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι, βάσει τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, δόθηκαν οἱ παραχωρήσεις γιά ἔρευνες νότια καί νοτιοδυτικά τῆς Κρήτης σέ διεθνεῖς κοινοπραξίες (2014, 2019, 2025, 2026).
Ἐξ ἴσου σημαντικό στοιχεῖο εἶναι ἡ ἀνακοίνωση ἀπό τήν ἑλληνική κυβέρνηση, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2025, τοῦ ἐθνικοῦ θαλάσσιου χωροταξικοῦ σχεδιασμοῦ, πού ἀποτελοῦσε ὑποχρέωση τῆς Ἑλλάδας στό πλαίσιο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χωροταξικοῦ σχεδιασμοῦ, μέ ἀνάρτηση χάρτη καί συντεταγμένων (βλέπε γράφημα 3). Ἔχει ἐνδιαφέρον ὅτι τά ἐξωτερικά ὅρια τοῦ ΕΘΧΣ συμπίπτουν μέ αὐτά τῆς ὑπαρκτῆς ἀλλά μή ἀνακοινωθείσας ἀκόμα ἑλληνικῆς ΑΟΖ.
Μέ τήν ἀνακοίνωση καί ἀνάρτηση χάρτη νά ἀποτελεῖ στοιχειώδη ὑποχρέωση τῆς Ἑλλάδας πρός τήν διεθνῆ κοινότητα, ὥστε νά γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος ‒urbi et orbi‒ τί ἐννοοῦμε ὅταν κατά καιρούς ὑποστηρίζουμε ὅτι ἀπειλεῖται ἤ καταπατεῖται ἡ ΑΟΖ μας, μέχρι σήμερα δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἐπίσημος χάρτης πού νά δείχνει τί ἐννοοῦμε, ὅταν ἀναφερόμαστε στήν ΑΟΖ μας. Τέλος, ὑπάρχει τό κοινοτικό δίκαιο, βάσει τοῦ ὁποίου ἡ ἑλληνική ΑΟΖ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς ΑΟΖ.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Ἑλλάδας καί Κύπρου καί ἡ, ἐν συνεχείᾳ, ἀνακήρυξη ΑΟΖ γιά ὅλο τό εὖρος καί τό πλάτος τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν θά ἐνοχλήσει βαθύτατα τήν Τουρκία, ἡ ὁποία θά ὑποχρεωθεῖ νά ἀνατρέξει στά νομικά ἐπιχειρήματα βάσει τῶν ὁποίων προωθεῖ τά θαλάσσια πάρκα της καί τήν Γαλάζια Πατρίδα. Κατά τήν ἐκτίμησή μας, θά ὑπάρξει μεγάλη περισυλλογή στήν Ἄγκυρα γιά τό πῶς θά ἀντιδράσει, χωρίς νά εἶναι βέβαιο ὅτι θά προβεῖ ἄμεσα σέ κάποια ἐπιθετική ἐνέργεια κατά τῆς Ἑλλάδας.
Μέ τήν Τουρκία νά αὐτοπροβάλλεται ὡς μεγάλη περιφερειακή δύναμη, ἐπιδιώκοντας ταυτόχρονα ἀναβάθμιση τῶν σχέσεών της μέ τήν ΕΕ, θά εἶναι πολύ δύσκολο νά δημιουργήσει θέμα μέ τήν Κομμισσιόν γιά τό ἀναφαίρετο δικαίωμα δύο κρατῶν μελῶν νά ὁρίζουν ὅπως αὐτά ἐπιθυμοῦν τά θαλάσσια σύνορά τους. Παράλληλα, ἡ Ἄγκυρα θά βρεθεῖ πραγματικά σέ δύσκολη θέση νά ἀντιδράσει στήν πρόσκληση τῆς Ἀθήνας σέ διμερεῖς διαπραγματεύσεις γιά τόν καθορισμό ΑΟΖ. Μιά ἄρνηση θά δείξει ὅτι δέν ἐπιθυμεῖ τόν διάλογο καί τίς διμερεῖς ἐπαφές, καί αὐτό εἶναι ὅ,τι χειρότερο γιά τό διεθνές προφίλ της.
* ἐνεργειακός ἀναλυτής καί Πρόεδρος τοῦ ΙΕΝΕ




