Η Ελληνοτουρκική διαφορά στό Αἰγαῖο, ἡ ὁποία ἐπανεμφανίσθηκε προσφάτως μέ τήν θέσπιση «ἐθνικῶν (!) θαλάσσιων πάρκων» ἀπό τήν Τουρκία ἐντός χωρικῶν ὑδάτων της, ἀλλά καί διεθνῶν ὑδάτων, δηλαδή δυνητικῆς ἑλληνικῆς ΑΟΖ, δέν περιορίζεται πλέον στήν ὁριοθέτηση τῆς ὑφαλοκρηπῖδος καί στήν ἐκμετάλλευση τοῦ βυθοῦ.
Ἀφορᾶ συνολικῶς τόν σχεδιασμό, τήν προστασία, τήν ἀδειοδότηση καί τήν ἄσκηση διοίκησης στόν θαλάσσιο χῶρο. Ὑπό αὐτό τό πρῖσμα, ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ καί ἡ ὁλοκλήρωση τῶν Θαλάσσιων Χωροταξικῶν Σχεδίων ἀποκτοῦν κρίσιμη στρατηγική σημασία.
- Τῆς Στέλλας Κυβέλου*
Ἡ ὑφαλοκρηπῖδα ὑφίσταται αὐτοδικαίως καί ἐξ ἀρχῆς, ἀλλά ἀφορᾶ μόνο τόν βυθό καί τό ὑπέδαφος. Ἀντιθέτως, ἡ ΑΟΖ παρέχει στό παράκτιο κράτος εὐρύτερα δικαιώματα καί δικαιοδοσίες γιά τούς φυσικούς πόρους, τίς ἐγκαταστάσεις, τήν ἐπιστημονική ἔρευνα καί τήν προστασία τοῦ θαλάσσιου περιβάλλοντος, χωρίς νά θίγει τίς ἐλευθερίες ναυσιπλοΐας, ὑπέρπτησης καί τοποθέτησης καλωδίων.
Ἑπομένως, ἡ μή ἀνακήρυξη ἑλληνικῆς ΑΟΖ δέν ἀναιρεῖ τά δικαιώματα ἐπί τῆς ὑφαλοκρηπῖδος, ἀλλά στερεῖ ἀπό τήν Ἑλλάδα τήν ὁλοκληρωμένη λειτουργική δικαιοδοσία πού προβλέπει τό ἄρθρο 56 τῆς Σύμβασης τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν γιά τό Δίκαιο τῆς Θάλασσας (UNCLOS) ἐπί τῆς ὑπερκείμενης στήλης ὕδατος πέραν τῆς αἰγιαλίτιδος ζώνης.
Ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ δέν ἀποτελεῖ ὁριοθέτηση. Ἡ Ἑλλάς δύναται νά ἀνακηρύξει ΑΟΖ χωρίς νά ἐπιβάλει μονομερῶς τελικά θαλάσσια σύνορα στίς περιοχές ὅπου οἱ ἑλληνικές καί οἱ τουρκικές ἀξιώσεις ἐπικαλύπτονται.
Ἡ ὁριοθέτηση ἀποτελεῖ διαφορετική νομική πράξη καί, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 74 τῆς UNCLOS, πραγματοποιεῖται μέ συμφωνία, ὥστε νά ἐπιτυγχάνεται δίκαιη λύση. Ἡ ἑλληνική θέση θά μποροῦσε, ἑπομένως, νά εἶναι σαφής: ἀνακήρυξη τῆς ΑΟΖ καί τῶν δικαιωμάτων πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτήν, χωρίς μονομερῆ πρόκριση τῆς τελικῆς ὁριοθέτησης καί μέ διαθεσιμότητα γιά συμφωνία ἤ κοινῶς συμφωνημένη διεθνῆ δικαιοδοτική ἐπίλυση. Ἡ ἀνακήρυξη δέν θά μετέτρεπε αὐτομάτως τή μέση γραμμή σέ ὁριστικό διεθνές σύνορο. Oὔτε θά ἐπέτρεπε τήν ἀνεμπόδιστη ἐπιβολή ὅλων τῶν ἑλληνικῶν ρυθμίσεων στίς ἐπικαλυπτόμενες περιοχές.
Θά προσέδιδε, ὅμως, σέ μία δυνητική ἑλληνική ζώνη κυριαρχικῶν δικαιωμάτων ρητῶς θεσπισμένο νομικό καθεστώς. Ἀπό τή διοικητική πρακτική στήν «οἱονεί ΑΟΖ»; Ἡ τουρκική στρατηγική δέν πρέπει νά ἐξετάζεται μόνο μέ τούς ὅρους τῆς κλασσικῆς διαφορᾶς τῆς ὑφαλοκρηπῖδος. Μία ἀκολουθία ἐνεργειῶν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, θαλάσσια πάρκα, ἁλιευτικές καί περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, χαρτογραφήσεις, ἀδειοδοτήσεις, ἐπιτήρηση καί ἔλεγχο, δέν δημιουργεῖ νόμιμο τίτλο ΑΟΖ. Δύναται, ὅμως, νά ὑπηρετήσει τήν σταδιακή λειτουργική ἐπέκταση διοικητικῶν πρακτικῶν. Ἐάν ἁλιεῖς ἀποφεύγουν περιοχές λόγῳ τουρκικῶν περιορισμῶν, ἐρευνητικοί ὀργανισμοί ἀναπαράγουν τουρκικούς χαρακτηρισμούς, ἰδιωτικές ἑταιρεῖες ἀπευθύνονται στίς τουρκικές Ἀρχές γιά ἄδειες καί τρίτα κράτη προσαρμόζονται σέ τουρκικούς κανονισμούς, καλλιεργεῖται ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ Τουρκία ἀποτελεῖ τήν ἁρμόδια ἤ μία ἀναγκαία διοικητική Ἀρχή.
Χωρίς νά δημιουργεῖται νομικός τίτλος, διαμορφώνεται μιά πολιτικοστρατηγική «οἱονεί ΑΟΖ»: ἕνα πλέγμα λειτουργιῶν οἱ ὁποῖες προσιδιάζουν στήν ΑΟΖ χωρίς νόμιμη ὁριοθέτηση. Ὁ σημαντικώτερος κίνδυνος εἶναι ἡ διεθνής κανονικοποίηση αὐτῶν τῶν πρακτικῶν καί ἡ ἐξοικείωση τρίτων μέ τήν ἰδέα ὅτι ἡ τουρκική συμμετοχή ἤ συναίνεση ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά κάθε δραστηριότητα στήν περιοχή.
Συνεργασία δέν σημαίνει συνδιαχείριση
Τό Αἰγαῖο καί ἡ Μεσόγειος δύνανται νά θεωρηθοῦν κλειστές ἤ ἡμίκλειστες θάλασσες κατά τά ἄρθρα 122 καί 123 τῆς UNCLOS. Τό ἄρθρο 123 καλεῖ τά παράκτια κράτη νά συνεργάζονται γιά τούς ζῶντες πόρους, τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος καί τήν θαλάσσια ἔρευνα. Ἡ συνεργασία, ὅμως, δέν θεμελιώνει κοινή κυριαρχία, κοινή ΑΟΖ ἤ δικαίωμα συναπόφασης οὔτε περιορίζει τά δικαιώματα τῶν νησιῶν κατά τό ἄρθρο 121.
Κίνδυνος ἀνακύπτει ὅταν οἱ συνεργατικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν ἀσαφεῖς γεωγραφικές ἀναφορές ἤ κοινές ἀδειοδοτικές πρακτικές, ἐμφανίζοντας τήν τουρκική συναίνεση ὡς ὅρο ἄσκησης ἑλληνικῶν δικαιωμάτων. Ἀπαιτοῦνται, ἑπομένως, σαφεῖς ρῆτρες μή προδικασμοῦ, ἀκριβές ἀντικείμενο καί ρητός ἀποκλεισμός κάθε ἑρμηνείας περί ἀναγνώρισης ἀξιώσεων ἤ συναρμοδιότητας. Οἱ ρῆτρες αὐτές (without prejudice clauses) διευκρινίζουν ὅτι μιά συμφωνία ἤ συνεργασία δέν θίγει οὔτε μεταβάλλει τίς νομικές θέσεις, τά δικαιώματα ἤ τίς διεκδικήσεις τῶν μερῶν. Μέ ἁπλᾶ λόγια: «συνεργαζόμαστε γιά τό συγκεκριμένο ζήτημα, χωρίς νά ἐγκαταλείπουμε ἤ νά ἀναγνωρίζουμε νομικές θέσεις ὡς πρός τή βασική διαφορά».
Ἡ προσφορά τῶν Θαλάσσιων Χωροταξικῶν Σχεδίων
Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2025 ἡ Ἑλλάς θέσπισε γιά πρώτη φορά τήν Ἐθνική Χωρική Στρατηγική γιά τόν Θαλάσσιο Χῶρο καί τίς τέσσερεις θαλάσσιες χωρικές ἑνότητες μέσῳ καί σχετικοῦ χάρτη. Τό βῆμα αὐτό, ὅμως, δέν ἰσοδυναμεῖ μέ τήν ἐκπόνηση καί θεσμοθέτηση τῶν ἐπί μέρους Θαλασσίων Χωροταξικῶν Σχεδίων –ἤ, κατά τήν ἑλληνική νομοθεσία, Θαλασσίων Χωροταξικῶν Πλαισίων– γιά κάθε χωρική ἑνότητα. Ἡ ἐθνική στρατηγική χαράσσει γενικές κατευθύνσεις. Μόνον τά ἐπί μέρους σχέδια ἐξειδικεύουν στόν πραγματικό χῶρο τίς συγκρούσεις καί τίς συμβατότητες μεταξύ χρήσεων καί τίς προτεραιότητες τοῦ σχεδιασμοῦ.
Ἐάν αὐτά εἶχαν ὁλοκληρωθεῖ ἐγκαίρως, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ εὐρωπαϊκή Ὁδηγία, θά προσέφεραν τοὐλάχιστον ἕξι κρίσιμα πλεονεκτήματα: Πρῶτον, θά μετέτρεπαν τόν ἑλληνικό θαλάσσιο χῶρο σέ ὀργανωμένο πεδίο δημόσιας πολιτικῆς, προσδιορίζοντας τούς χώρους καί τούς ὅρους ὑπό τούς ὁποίους μποροῦν νά ἀναπτυχθοῦν ὑπεράκτιες ΑΠΕ, ἁλιεία, ὑδατοκαλλιέργειες, τουρισμός, ναυσιπλοΐα, προστατευόμενες περιοχές, ἔρευνα καί ὑποθαλάσσιες διασυνδέσεις.
Δεύτερον, θά παρήγαγαν συνεκτική διοικητική πρακτική. Ἡ ἰσχύς ἑνός κράτους στήν θάλασσα ἀποτυπώνεται καί στήν ἱκανότητά του νά συλλέγει δεδομένα, νά σχεδιάζει, νά ἀξιολογεῖ σωρευτικές ἐπιπτώσεις, νά συντονίζει ὑπηρεσίες καί νά ἐφαρμόζει σταθερούς κανόνες.
Τρίτον, θά συνέδεαν τήν περιβαλλοντική προστασία μέ τόν συνολικό σχεδιασμό. Τά θαλάσσια πάρκα θά ἐντάσσονταν σέ μία οἰκοσυστημική διαχείριση πού λαμβάνει ὑπ’ ὄψη τή συνδεσιμότητα, τίς μεταναστευτικές διαδρομές, τήν ἁλιεία, τήν ναυσιπλοΐα καί τίς σωρευτικές πιέσεις.
Τέταρτον, θά ἐνίσχυαν τήν ἀσφάλεια Δικαίου. Ἐπενδυτές, ἐρευνητικοί φορεῖς, ἁλιεῖς, τοπικές κοινωνίες καί εὐρωπαϊκοί ὀργανισμοί θά γνώριζαν σαφέστερα τήν ἑλληνική πολιτική γιά κάθε περιοχή. Ἔτσι θά περιοριζόταν ἐνδεχόμενος χῶρος ἀντιμετώπισης τουρκικῶν χαρτογραφήσεων ἤ ρυθμίσεων ὡς τῆς μοναδικῆς διαθέσιμης διοικητικῆς ἀναφορᾶς.
Πέμπτον, θά συγκροτοῦσαν ἰσχυρό σῶμα τεκμηρίωσης. Οἱ περιβαλλοντικές ἀξιολογήσεις, τά χωρικά δεδομένα, οἱ μελέτες συμβατότητος καί οἱ διαβουλεύσεις δέν δημιουργοῦν θαλάσσιο τίτλο, ἀποδεικνύουν ὅμως συστηματική, ὑπεύθυνη καί μακροπρόθεσμη δημόσια πολιτική.
Ἕκτον, θά παρεῖχαν ἀσφαλέστερη βάση πρός διασυνοριακή συνεργασία. Ἡ Ἑλλάς θά προσήρχετο σέ περιβαλλοντικές, ἐρευνητικές ἤ ἁλιευτικές συνεργασίες ἔχοντας καθορίσει τίς προτεραιότητες καί τίς «κόκκινες γραμμές» της. Ἡ συνεργασία θά οἰκοδομεῖτο ἐπί διατυπωμένης ἐθνικῆς στρατηγικῆς καί ὄχι μέσα σέ κενό σχεδιασμοῦ, τό ὁποῖο εὐνοεῖ, ἐν δυνάμει, τήν διολίσθηση πρός λειτουργική συνδιαχείριση.
Τά Θαλάσσια Χωροταξικά Σχέδια ἔχουν ὅμως καί ὅρια. Δέν ἀνακηρύσσουν ΑΟΖ, δέν ὁριοθετοῦν θαλάσσια σύνορα καί δέν παράγουν κυριαρχικά δικαιώματα. Ἡ Ὁδηγία 2014/89/ΕΕ διευκρινίζει ὅτι ὁ Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός δέν ἐπηρεάζει τήν χάραξη καί τήν ὁριοθέτηση θαλασσίων συνόρων. Δέν ὑποκαθιστᾶ, συνεπῶς, τήν ἀνακήρυξη ΑΟΖ, τήν διπλωματία ἤ τήν ὁριοθέτηση. Μπορεῖ, ὅμως, νά καταδείξει ὅτι ἡ ἑλληνική ἀξίωση δέν εἶναι σχηματική, ἀλλά, ἀντιθέτως, συνοδεύεται ἀπό σχέδιο προστασίας τῶν οἰκοσυστημάτων καί βιώσιμης χρήσης τοῦ θαλάσσιου χώρου ἀπό θαλάσσιες βιομηχανίες (παραγωγῆς τροφῆς ἤ ἐνέργειας). Στίς μή ὁριοθετημένες περιοχές, οἱ προβλέψεις πρέπει νά διατυπώνονται μέ ρητή ἐπιφύλαξη τῆς τελικῆς ὁριοθέτησης καί σεβασμό στήν ὑποχρέωση μή παρεμπόδισης συμφωνίας. Οἱ ἐπιφυλάξεις αὐτές δέν ἐμποδίζουν, ὡστόσο, τήν Ἑλλάδα νά σχεδιάζει καί νά δημοσιοποιεῖ σαφῶς τίς προτεραιότητές της.
Ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ ὡς μέρος εὐρύτερης στρατηγικῆς
Ἡ ἀνακήρυξη ΑΟΖ δέν ἀποτελεῖ πανάκεια. Δέν αἵρει τίς τουρκικές ἀξιώσεις, δέν ἐγγυᾶται πλήρη ἐπήρεια γιά κάθε ἑλληνικό νησί –αὐτό μπορεῖ νά τεθεῖ ὡς ζήτημα ἐνδεχόμενης μελλοντικῆς δικαστικῆς ὁριοθέτησης– οὔτε ἐπιτρέπει ἀνεξέλεγκτη δράση στίς ἐπικαλυπτόμενες περιοχές. Ἐνδέχεται νά προκαλέσει τουρκική ἀντι-ανακήρυξη, ἐπικαλυπτόμενες ἀδειοδοτήσεις καί αὐξημένες ἀνάγκες ἐπιτήρησης καί διαχείρισης κρίσεων.
Ἀπαιτεῖ, ἑπομένως, ἰσχυρή Ἀκτοφυλακή καί συντονισμό διπλωματίας, διοίκησης, ἐπιστημονικῆς δραστηριοποίησης συμπεριλαμβανομένων τῶν περιβαλλοντικῶν Ἀρχῶν. Ἡ ἀνακήρυξη ἀποκτᾶ, κατά τήν ἄποψή μας, πραγματική ἀξία μόνον ἐντός μίας συνολικῆς στρατηγικῆς ἡ ὁποία περιλαμβάνει:
• ὁλοκλήρωση, ἔγκριση καί ἀνακοίνωση στήν ΕΕ τῶν Θαλάσσιων Χωροταξικῶν Σχεδίων,
• συστηματική θαλάσσια παρατήρηση καί χαρτογράφηση,
• ἀποτελεσματική περιβαλλοντική ἐπιτήρηση,
• συνεκτική πολιτική γιά τήν ἁλιεία καί τίς ὑπεράκτιες δραστηριότητες,
• διεθνῆ γνωστοποίηση τῶν ἑλληνικῶν θέσεων σέ ΟΗΕ, UNESCO καί ἄλλους ὀργανισμούς,
• ἑτοιμότητα γιά προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις χωρίς προδικασμό τῆς ὁριοθέτησης,
• σταθερή προσήλωση στήν εἰρηνική ἐπίλυση τῆς διαφορᾶς.
ΑΟΖ καί Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός ἀποτελοῦν διαφορετικές μέν, συμπληρωματικές δέ λειτουργίες. Ἡ ἀνακήρυξη προσδιορίζει τό νομικό καθεστώς καί τό περιεχόμενο τῶν ἑλληνικῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων. Τά σχέδια μεταφράζουν αὐτά τά δικαιώματα –ὅπου καί στόν βαθμό πού μποροῦν νομίμως νά ἀσκηθοῦν– σέ συνεκτική δημόσια πολιτική.
Ἡ σύγχρονη θαλάσσια ἰσχύς κρίνεται, πέραν τῶν νομικῶν τίτλων, ἀπό τό ποιός διαθέτει τήν γνώση, τούς θεσμούς, τά σχέδια καί τήν διοικητική ἱκανότητα νά ὀργανώσει ὑπεύθυνα τόν θαλάσσιο χῶρο. Σέ αὐτό τό ἐπίπεδο, ἡ καθυστέρηση ὁλοκλήρωσης τῶν ἑλληνικῶν Θαλάσσιων Χωροταξικῶν Σχεδίων –ἡ Ἑλλάδα παραμένει, ὡς γνωστόν, ἡ τελευταία εὐρωπαϊκή χώρα χωρίς τέτοια σχέδια– δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐκκρεμότητα ἐφαρμογῆς τῆς σχετικῆς εὐρωπαϊκῆς Ὁδηγίας.
Ἀποτελεῖ κρίσιμο στρατηγικό ἔλλειμμα ἐθνικῆς θαλάσσιας διακυβέρνησης, γεγονός πού ἐνδέχεται νά ἐπηρεάσει καί τήν εὐρωπαϊκή θαλάσσια διακυβέρνηση στήν θαλάσσια λεκάνη, ἀλλά καί ἔλλειμμα ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
*Καθηγήτρια Θαλάσσιου Χωροταξικοῦ Σχεδιασμοῦ (ΘΧΣ) στό Πάντειο Πανεπιστήμιο καί ἐμπειρογνώμων τῆς ΕΕ γιά τόν ΘΧΣ στήν Ἀνατολική Μεσόγειο.



