Τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ «ἔσβησε» τό ἐμβληματικό θρησκευτικό τοπόσημο τῆς Λέσβου

Τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ «ἔσβησε» τό ἐμβληματικό θρησκευτικό τοπόσημο τῆς Λέσβου

Ἐρωτήματα γιά τόν τρόπο καί τίς διαδικασίες ἀνακατασκευῆς τοῦ ἱστορικοῦ τρούλου τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Θεράποντα

Μέ ἕνα σκουρόχρωμο πέπλο νά σκεπάζει τήν πόλη τῆς Μυτιλήνης, καί μέ σκοτεινιά στίς καρδιές, ὑποδέχονται φέτος τήν μεγάλη γιορτή τῆς Παναγίας οἱ κάτοικοι τῆς Λέσβου, μαζί καί οἱ χιλιάδες ἀπόδημοι Μυτιληνιοί καί οἱ ἐπισκέπτες πού φτάνουν κάθε χρόνο στό νησί γιά τόν κατανυκτικό Δεκαπενταύγουστο.

Ὅλα ὅμως, αὐτήν τήν χρονιά, εἶναι διαφορετικά γιά τούς προσκυνητές καί τούς ταξιδιῶτες, ἀφοῦ ἡ πρώτη εἰκόνα τῆς πόλης προλαβαίνει νά «σκιάσει» τό φῶς, τίς ἐντυπώσεις καί τό θρησκευτικό συναίσθημα πού ἀγκάλιαζε γιά περισσότερο ἀπό ἕναν αἰῶνα ντόπιους καί ξένους πού τήν ἀντίκριζαν.

  • Tῆς ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Λείπει πλέον τό τοπόσημο, λείπει τό σύμβολο, λείπει τό σκέπαστρο τῆς ἁγιοσύνης ἀπό τό ἱστορικό αὐτό λιμάνι καί τήν πόλη τοῦ Βορείου Αἰγαίου. Σάν νά τό «ἔσβησαν», νά τό βεβήλωσαν, σάν νά τό ἀφαίρεσε ἕνα ἀόρατο χέρι Θεοῦ. Μά ποιοῦ Θεοῦ; Ποῦ πῆγε ὁ ὑπερμεγέθης τροῦλος πού ἐξέπεμπε ἐκείνη τήν οὐράνια γαλήνη, ὅπου κι ἄν βρισκόσουν, πατῶντας στήν Μυτιλήνη; Ἐπί μῆνες διήρκεσαν οἱ ἐργασίες καί οἱ σκαλωσιές, γιατί, μετά τά 125 χρόνια ζωῆς τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Θεράποντα, ὁ τροῦλος εἶχε ἀρχίσει νά βάζει νερά.

Τό ἔργο τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ, πού, ὅταν ὁλοκληρώθηκε, μετά βαΐων καί κλάδων ἦρθε νά ἐγκαινιάσει ἡ ὑπουργός Λίνα Μενδώνη, «μουτζούρωσε» μέ μολυβί χρῶμα τόν ἀνακατασκευασμένο τροῦλο, πού εἶχε φτιαχτεῖ πρό 125 ἐτῶν ἀπό τόν μεγάλο ἀρχιτέκτονα Ἀργύρη Ἀδαλῆ. Κατά πολλούς, ὁ τροῦλος «ἐξαφανίστηκε», ἀφοῦ χρειάζεται νά παρατηρήσει πλέον κανείς καλά ὅτι πάνω ἀπό τό ἀέτωμα τοῦ ναοῦ ὁ τροῦλος… ὑπάρχει. Πέριξ τοῦ ναοῦ, καί ἀπό πιό μακριά, κόσμος κάθε ἡλικίας, κάθε μέρα, φωτογραφίζει τήν νέα εἰκόνα, σκυθρωποί ὅλοι τους καί μέ παράπονο, γιά τό ὁποῖο νιώθουν ὅτι «δέν θά περάσει» ποτέ τήν θάλασσα τοῦ Αἰγαίου γιά νά φτάσει στά κεντρικά τῆς Ἀθήνας. Ποιός νά τούς ἀκούσει, τώρα πού τό βαρύ τιτάνιο τοποθετήθηκε συμπαγές ἀπό τούς ἐργολάβους, ἀφοῦ κανείς δέν εἰχε μπεῖ στόν κόπο κἄν νά ρωτήσει ἤ νά ἐνημερώσει τούς τοπικούς φορεῖς καί συλλόγους γιά τήν δραματική ἀλλαγή;

Ὁ μεγαλύτερος καί ἐπιβλητικώτερος ναός τῆς Μυτιλήνης, ὁ Ἅγιος Θεράποντας, ἀποτελεῖ ἀληθινό ἀρχιτεκτονικό κόσμημα. Χρειάστηκε 85 χρόνια γιά νά ὁλοκληρωθεῖ τό 1900 καί χτίστηκε σέ ρυθμό τρίκλιτης βασιλικῆς, μέ πολλές ἀναγεννησιακές καί νεοκλασσικές ἐπιρροές καί γοτθικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, ἡ παρουσία τῶν ὁποίων ὀφείλεται στήν ἐπίδραση πού δέχτηκε ὁ ἀρχιτέκτονας Ἀργύρης Ἀδαλῆς ἀπό τούς διάσημους διδασκάλους του. Εἶχε θητεύσει ὄντως ὡς ἀρχιεργοδηγός, σχεδιαστής καί ἐπιβλέπων ἐργοταξίου δίπλα στόν Θεόφιλο Χάνσεν καί τόν Ἐρνέστο Τσίλλερ στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη, στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καί στό Ζάππειο Μέγαρο καί ὅταν ἐπεστρεψε στή Μυτιλήνη ἐφάρμοσε στήν κατασκευή τοῦ Ἁγίου Θεράποντα τήν ἐπιβλητική κλίμακα καί τόν περίτεχνο τροῦλο, ἀφομοιώνοντας τήν γνώση πού εἶχε ἀποκομίσει ἀπό τά μεγάλα ἀθηναϊκά ἐργοτάξια.

Κατά τόν σημερινό διακεκριμένο Λέσβιο ἀρχιτέκτονα Δημήτρη Ἀξιώτη, ὁ ὁποῖος ἔχει μακρά πορεία σέ ἀναπαλαιώσεις ἀρχοντικῶν καί νεοκλασσικῶν κτηρίων τῆς Ἀθήνας, ἕνα τέτοιο ἔργο θά ἔπρεπε νά προστατεύεται ἀπό τήν UNESCO. Ἀντιθέτως, μᾶς ἀναφέρει μιλῶντας στήν «Ἑστία τῆς Κυριακῆς», «τό ἀποτέλεσμα ἀποδεδειγμένα ἀποτελεῖ παραβίαση κάθε κανόνα συντήρησης, χωρίς δημοσίευση μελέτης σκοπιμότητας καί χωρίς καμμία προηγουμένη εἰδοποίηση πρός τά τοπικά Ἐπιμελητήρια», παρά τό γεγονός ὅτι διατέθηκε συνολικά γιά τήν ἀνακατασκευή του σχεδόν ἑνάμισυ ἑκατομμύριο εὐρώ. «Ἀποκατάσταση ἤ παραποίηση;» ἔγραψαν χαρακτηριστικά σέ πηχυαίους τιτλους «Τά Νέα τῆς Λέσβου».

Κατά τόν πολύπειρο ἀρχιτέκτονα κ. Ἀξιώτη, ἔχει παραποιηθεῖ ἀπο τίς πρόσφατες ἐργασίες τό σχῆμα τοῦ τρούλου, καθώς ἡ τεχνική τοῦ μεγάλου ἀρχιτέκτονα Ἀδαλῆ εἶχε ἀκολουθήσει τούς κανόνες τῆς κλίμακας τῆς φαινομενικῆς μορφολογίας, μεγιστοποιῶντας τό ἀποτέλεσμα τοῦ μεγέθους, καί μέ σχῆμα τό ὁποῖο δέν εὐθυγραμιζόταν ἀπό τήν μέση τῆς περιφέρειας τοῦ τρούλου ὥς κάτω, ὅπως, ἀντίθετα, παραδόθηκε μετά τίς σημερινές ἐργασίες ἀποκατάστασης.

Παράλληλα, ὁ Ἀδαλῆς εἶχε χρησιμοποιήσει ψευδάργυρο (τσίγκο), πού μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἀποκτᾶ χρῶμα γαλάζιο-ἀσημένιο, τό ὁποῖο ἔδειχνε ἐπί πλέον μεγαλύτερο τόν τροῦλο καί φώτιζε τόν ναό σάν νά εἶναι στεφανωμένος μέ φῶς ἀπό τόν οὐρανό. Τό χρῶμα τοῦ ὑλικοῦ δημιουργοῦσε τεχνηέντως μιά «αὐταπάτη». «Τό ὑλικό πού χρησιμοποιήθηκε γιά τήν σύγχρονη ἀποκατάσταση εἶναι τιτανιοῦχο, βαρύ ὑλικό, τό ὁποῖο δέν ἄντεχε νά μπεῖ καί παράλληλα νά συμπληρωθοῦν οἱ μαρμάρινες πλάκες πού καλύπτουν τά πλαϊνά τῶν τρούλων. Γιά νά μήν φορτώσουν τούς τρούλους μέ ἐπί πλέον βάρος, ἀφαίρεσαν τά μάρμαρα ὥστε στατικά νά εἶναι ἄρτιο. Τό χρῶμα ὅμως αὐτό, τό μολυβί, ἀφ’ ἑνός δέν ἀλλάζει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀφ’ ἑτέρου ἔκανε τούς τρούλους νά φαίνονται μικρότεροι καί πιό κοντοί. Τό κτήριο ἔχασε τήν αἴγλη του καί παραποιήθηκε τό τοπόσημο τῆς πόλης», δηλώνει ὁ ἀρχιτέκτονας, πού, μέ πολλές ἀναρτήσεις καί ἐπαγγελματικές φωτογραφίες ἀπό τό πρίν καί τό μετά, δίνει μάχη εὐαισθητοποίησης τῶν ἁρμοδίων.

Γιά ἕνα μνημεῖο τέτοιας σημασίας, ἡ Πολιτεία ἀναμφίβολα εἶχε ὑποχρέωση νά ἀναζητήσει τήν ἐμπειρία κορυφαίων εὐρωπαϊκῶν κέντρων ἀποκατάστασης, ὅπως ἡ Φλωρεντία, ἡ Βενετία, ἡ Ρώμη καί τό Παρίσι, πού διαθέτουν μακρά παράδοση στήν συντήρηση ἱστορικῶν μνημείων, ἀναφέρουν οἱ γνῶστες ἀναπαλαίωσης τέτοιων ἔργων. Ἀντίθετα, τό ΥΠΠΟ παρέδωσε, ἀτιμάζοντας κάθε στοιχεῖο πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, ἕνα μνημεῖο κακοτεχνίας καί πολιτικῆς ἀσυδοσίας. Τί νά ἔλεγαν ἄραγε σήμερα, ἀντικρίζοντάς το, οἱ μεγάλοι Λέσβιοι τοῦ πνεύματος καί τῆς τέχνης, ὁ Τεριάντ ἤ κι ὁ Ἐλύτης, πού, σάν νά ἤξερε ἀπό τότε, ἔγραψε προφητικά στό «Μονόγραμμά» του:

«…Κι εἶναι ὁ χρόνος μιά μεγάλη ἐκκλησία, μ’ ἀκοῦς Ὅπου κάποτε οἱ φιγοῦρες
Τῶν Ἁγίων
Βγάζουν δάκρυ ἀληθινό…».

Advertisement 1











Advertisement 4

Κεντρικό θέμα