Με αδημοσίευτες εικόνες από τα ταξίδια του Γιάννη Ψιλάκη σε φυλές και πολιτισμούς του κόσμου κυκλοφορεί από το Μουσείο Μπενάκη το λεύκωμα «Ίχνη Ανθρώπων»
Με αδημοσίευτες εικόνες από τα ταξίδια του Γιάννη Ψιλάκη σε φυλές και πολιτισμούς του κόσμου κυκλοφορεί από το Μουσείο Μπενάκη το λεύκωμα «Ίχνη Ανθρώπων».
Η έκδοση επαναφέρει στο προσκήνιο έναν δημιουργό που αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας.
Από την Γιώτα Βαζούρα
Τα ίχνη των ανθρώπων είναι συχνά πιο ανθεκτικά από τον ίδιον τον χρόνο. Και αυτό γιατί πολλές φορές επιβιώνουν μέσα από μνήμες, μέσα από τόπους, αντικείμενα και αφηγήσεις. Στην περίπτωση του Γιάννη Ψιλάκη, τα ίχνη των ανθρώπων καταφέρνουν να επιβιώνουν μέσα από τις συγκλονιστικές εικόνες του. Είκοσι χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, ο βραβευμένος φωτογράφος-εξερευνητής εξακολουθεί να «συνομιλεί» με το κοινό μέσα από ένα έργο που δεν καταγράφει απλώς πρόσωπα και πολιτισμούς, αλλά αναζητά το κοινό νήμα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Τον περασμένο Ιούνιο στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, παρουσιάστηκε η νέα δίγλωσση έκδοση των εκδόσεων του Μουσείου Μπενάκη με τίτλο «Γιάννης Ψιλάκης. Ίχνη Ανθρώπων / Yannis Psilakis. Human Traces», ένα λεύκωμα 280 σελίδων που συγκεντρώνει μοναδικό και σε μεγάλο βαθμό αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό από το προσωπικό αρχείο του δημιουργού.

Για τη ζωή και το έργο του μίλησαν ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Γιώργης Μαγγίνης, ο ποιητής Βαγγέλης Χρόνης, ο δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς και η ιστορικός τέχνης Ελένη Αθανασίου, η οποία υπογράφει και την επιμέλεια της έκδοσης.
Ο Γιάννης Ψιλάκης υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση φωτογράφου. Δεν ανήκε στην κατηγορία των επαγγελματιών ταξιδιωτών που αναζητούν εντυπωσιακές εικόνες από εξωτικούς προορισμούς. Ούτε τον ενδιέφερε η εύκολη αισθητικοποίηση της διαφορετικότητας. Εκείνο που τον κινητοποιούσε ήταν η βαθιά ανάγκη να γνωρίσει τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα και να αποτυπώσει εκείνο το αόρατο νήμα που συνδέει πολιτισμούς, λαούς και παραδόσεις.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1967, σπούδασε Παγκόσμια Ιστορία στο Λονδίνο. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη φωτογραφία, η οποία σύντομα μετατράπηκε σε τρόπο ζωής και σε εργαλείο κατανόησης του κόσμου. Από το 1997 αφιερώθηκε επαγγελματικά στη φωτογραφία, ξεκινώντας ένα μεγάλο ταξίδι αναζήτησης των τελευταίων γηγενών πολιτισμών του πλανήτη.
Με την κάμερά του περιπλανήθηκε από τα βουνά του Πακιστάν και τις ερήμους της Αφρικής μέχρι τα χωριά της Αιθιοπίας, τις φυλές της Παπούα Νέας Γουινέας και τις Άνδεις της Λατινικής Αμερικής. Ταξίδεψε στην Ινδονησία, στην Ινδία και το Κασμίρ, στην Τυνησία, στη Βολιβία και στη Χιλή. Συνάντησε τους Mentawai στο νησί Siberut του Ινδικού Ωκεανού, τους Huli στα βουνά της Παπούα Νέας Γουινέας, τους Kalash στις οροσειρές του Καρακοράμ, τους Hunzakut, τους Mapuche και τους Aymara της Λατινικής Αμερικής, αλλά και δεκάδες ακόμη κοινότητες που εξακολουθούν να ζουν έξω από τους κυρίαρχους ρυθμούς της παγκοσμιοποίησης.

Το ενδιαφέρον του για αυτούς τους –σε μεγάλο βαθμό άγνωστους– λαούς δεν ήταν ούτε τουριστικό ούτε λαογραφικό. Πίστευε ότι η κατανόηση της διαφορετικότητας αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Στόχος του ήταν να αναδείξει ότι πίσω από τις πολιτισμικές, θρησκευτικές και γεωγραφικές διαφορές παραμένει αναλλοίωτη η βαθύτερη ανθρώπινη ομοιότητα.
Αυτή ακριβώς η βαθιά ανθρωποκεντρική προσέγγιση είναι που καθιστά το έργο του μοναδικό. Στις φωτογραφίες του δεν υπάρχουν ανώνυμα πλήθη. Κάθε πρόσωπο διατηρεί τη δική του μοναδικότητα, τη δική του ιστορία και τη δική του αξιοπρέπεια. Το βλέμμα του φωτογράφου δεν καταγράφει απλώς· αναγνωρίζει, αφουγκράζεται και τιμά.
Η ίδια η έννοια του «ίχνους» βρίσκεται στον πυρήνα της νέας έκδοσης. Όπως σημειώνει η επιμελήτρια του βιβλίου Ελένη Αθανασίου, η ανάγκη του ανθρώπου να αφήνει ίχνη είναι τόσο αρχαία όσο και η ίδια η ύπαρξή του. Από τις τοιχογραφίες των σπηλαίων μέχρι τη σύγχρονη φωτογραφία, ο άνθρωπος αναζητεί διαρκώς τρόπους να επιβεβαιώσει την παρουσία του στον κόσμο. Η φωτογραφία λειτουργεί ως μια μορφή μαρτυρίας απέναντι στη λήθη, ως ένα μέσο που επιτρέπει στο εφήμερο να αποκτήσει διάρκεια και στη στιγμή να διεκδικήσει μια θέση στον χρόνο.

Το νέο λεύκωμα «Ίχνη Ανθρώπων» συνοψίζει αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία. Μέσα από εκατοντάδες φωτογραφίες αναδύεται η αέναη ανάγκη του ανθρώπου να αφήνει πίσω του σημάδια ύπαρξης, μνήμης, πίστης, δημιουργίας και πολιτισμού. Πρόσωπα χαραγμένα από τον χρόνο, βλέμματα γεμάτα ιστορίες, τελετουργίες που χάνονται, τοπία που μεταμορφώνονται σε σκηνικά ανθρώπινης περιπέτειας και στιγμές καθημερινότητας που αποκτούν σχεδόν συμβολική διάσταση.
Η έκδοση επιχειρεί να ανασυνθέσει ένα παγκόσμιο μωσαϊκό όχι μέσω του λόγου αλλά μέσω της εικόνας. Το πρόσωπο, το βλέμμα, η γη, το φως και οι τελετουργίες μετατρέπονται σε φορείς νοήματος και αφηγούνται μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από τις επιμέρους διαδρομές των ανθρώπων που απεικονίζονται.
Στα κείμενα που συνοδεύουν το λεύκωμα αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο η ουσία της φωτογραφικής του ματιάς. Η Ελένη Αθανασίου επισημαίνει ότι ο δημιουργός δεν κοίταζε τον κόσμο για να τον εξηγήσει αλλά για να τον νιώσει. Δεν υπήρξε ένας απόμακρος παρατηρητής ούτε ένας εθνογράφος που κατέγραφε ψυχρά τη διαφορετικότητα. Αντίθετα, μοιραζόταν τη ζωή των ανθρώπων που φωτογράφιζε. Μοιραζόταν το φαγητό τους, τον ήλιο τους, τις σιωπές και τους ρυθμούς της καθημερινότητάς τους. «Άκουγε με τα μάτια και φωτογράφιζε με την καρδιά», γράφει χαρακτηριστικά.
Αυτή η φράση ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη στάση του απέναντι στον κόσμο. Δεν φωτογράφιζε το εξωτικό. Δεν κυνηγούσε την εντύπωση. Δεν σκηνοθετούσε. Περίμενε υπομονετικά τη στιγμή που ο άνθρωπος απέναντί του θα άφηνε να φανεί η αλήθεια του. Και τότε πατούσε το κλείστρο.

Ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Γιώργης Μαγγίνης βλέπει στο λεύκωμα κάτι περισσότερο από μια αναδρομική έκδοση. Το χαρακτηρίζει το ίδιο το «ίχνος» του δημιουργού του. Ένα φωτογραφικό λεύκωμα που γίνεται μαρτυρία παρουσίας. Ένα βιβλίο που επιτρέπει στον φωτογράφο να συνεχίζει να συνομιλεί με τους αναγνώστες του ακόμη και μετά την απουσία του.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, το έργο του Γιάννη Ψιλάκη δεν τελειώνει με το κλείσιμο του βιβλίου. Αντίθετα, τότε ξεκινά ένα νέο ταξίδι. Μέσα στα χέρια εκείνων που θα ξεφυλλίσουν τις σελίδες του και θα αναγνωρίσουν στα πρόσωπα των «άλλων» κάτι από τον δικό τους εαυτό. Κάτι από τη δική τους ιστορία.
Παράλληλα, ο Γιάννης Ψιλάκης υπήρξε βαθιά συνδεδεμένος με την Ελλάδα. Φωτογράφισε τα χωριά, τα πανηγύρια, τα τοπία, τις εκκλησίες, τους ανθρώπους της υπαίθρου, τις ακτές του Αιγαίου και του Ιονίου. Και εκεί, όπως και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου, αναζητούσε το ίδιο πράγμα: το ανθρώπινο αποτύπωμα πάνω στον χρόνο.
Η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε ήδη από τη διάρκεια της ζωής του. Το 2000 φωτογραφία του απέσπασε παγκόσμια διάκριση στον διεθνή διαγωνισμό της Nikon. Το 2006 πραγματοποίησε τη μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη, συνοδευόμενη από την έκδοση «Ο κόσμος είναι ένας». Ακολούθησαν η έκθεση στην Απαγορευμένη Πόλη του Πεκίνου το 2007, στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Έτους Ελλάδας στην Κίνα, καθώς και η έκθεση «Ελλάδα – Αφρική» στο Ζάππειο Μέγαρο το 2008.
Σήμερα, χάρη στην αφοσίωση της μητέρας του Τίτης Ψιλάκη και της αδελφής του Νίνας Ψιλάκη, το πολύτιμο φωτογραφικό του αρχείο εξακολουθεί να διασώζεται και να αναδεικνύεται με την νέα αυτή έκδοση να αποτελεί ίσως την πληρέστερη μέχρι σήμερα παρουσίαση αυτής της σημαντικής κληρονομιάς.

