Νέα ἐμπλοκή στίς ἀνεπισήμους συνομιλίες μεταξύ Ἑλλάδος καί Βρεταννίας γιά τά Γλυπτά τοῦ Παρθενῶνος, οἱ ὁποῖες διεκόπησαν «καί δέν προβλέπεται νά ξαναρχίσουν», συμφώνως πρός δημοσίευμα τῆς «Telegraph»
Ἡ Ἑλλάς ἐπανήρχισε ἐμμέσους διαπραγματεύσεις μέ τό Βρεταννικό Μουσεῖο τό 2021, ἐπιδιώκοντας νά κρατηθεῖ ἀνοικτή μία θύρα διαλόγου γιά τόν ἐπαναπατρισμό τῶν Γλυπτῶν τοῦ Παρθενῶνος.
Οἱ ὅποιες συζητήσεις ὅμως, συμφώνως πρός τήν βρεταννική ἐφημερίδα, ἔχουν τερματισθεῖ, μέ ἐμφανῆ τήν δυσαρέσκεια τῆς ἑλληνικῆς πλευρᾶς γιά τήν ἔλλειψη ἔστω καί κάποιου μικροῦ βήματος προόδου. Κατά τήν διάρκεια τῶν μέχρι τώρα συνομιλιῶν συνεζητήθησαν ἐκτός ἐπισήμου πλαισίου διάφορες ἐπιλογές, ὅπως τό νά ἀποστέλλει ἡ Ἑλλάς ἐκ περιτροπῆς ἀρχαῖα ἀντικείμενα στήν Βρεταννία, ὡς διασφάλιση πρός ἐπιστροφή τῶν Γλυπτῶν στό Βρεταννικό Μουσεῖο, δεδομένου ὅτι μπορεῖ μόνο νά δανείσει τά Γλυπτά, ἐπειδή ἡ νομοθεσία ἀπαγορεύει ρητῶς τήν παραχώρησή τους.
Ὅμως, οἱαδήποτε συμφωνία δανεισμοῦ θά ἀπαιτοῦσε ἀποδοχή. Τό ἵδρυμα ζητεῖ ἀπό τήν Ἑλλάδα νά ἀποδεχθεῖ πώς τό Βρεταννικό Μουσεῖο εἶναι ὁ νόμιμος ἰδιοκτήτης τῶν Γλυπτῶν τοῦ Παρθενῶνος, τά ὁποῖα ἐκλάπησαν ἀπό τόν λόρδο Ἔλγιν. Κοινός στόχος θά ἦταν μιά «ὑβριδική συμφωνία», ἡ ὁποία δέν θά συνιστοῦσε οὔτε μόνιμο μεταβίβαση οὔτε δανεισμό, ὅπως ἐπεσήμανε ἡ «Telegraph», καί διεφαίνετο ὅτι μιά συμφωνία ἦταν ἐγγύς.
Οἱ προσπάθειες ἐν τούτοις δέν ἐτελεσφόρησαν καί διεκόπη ἡ παγιωθεῖσα ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στήν Ἀθήνα καί τό Βρετανικό Μουσεῖο. Οἱ δίαυλοι ἐπικοινωνίας, ὅπως ἐπισημαίνει ἡ ἐφημερίς, παραμένουν ἀνοικτοί, ἐάν ἡ κατάστασις ἀλλάξει. Οἱ πληροφορίες περί διακοπῆς τῶν συνομιλιῶν γιά τά Γλυπτά τοῦ Παρθενῶνος ἔρχονται μετά τά ἐγκαίνια τῆς ἐκθέσεως τῆς Ταπισερί τῆς Μπαγιέ στό Βρεταννικό Μουσεῖο, στό πλαίσιο συμφωνίας δανεισμοῦ πού ἐπεκύρωσε ὁ Ἐμμανυέλ Μακρόν.
Ὁ Νίκολας Κάλιναν, διευθυντής τοῦ Βρεταννικοῦ Μουσείου, ἐδήλωσε ὅτι ἡ συμφωνία γιά τήν Ταπισερί θά ἠδύνατο νά ἀποτελέσει πρότυπο γιά τά Γλυπτά τοῦ Παρθενῶνος. Ἡ Ἀθήνα δέν ἀπεδέχθη μία τέτοια συζήτηση, ἀφοῦ οὐδέποτε ἀμφισβητήθηκε ἡ ἰδιοκτησία τῆς Ταπισερί τῆς Μπαγιέ, οὔτε προσεφέρθη διηρημένη σέ ἄλλη χώρα. Ἐπίσης ἀπερρίφθη ἡ συζήτησις γιά «τυπικό» καθεστώς δανεισμοῦ, ἀφοῦ αὐτό προϋποθέτει τήν ἀποδοχή τῆς κυριότητος τοῦ δανειστοῦ. Αὐτό, γιά τήν Ἀθήνα, κρίνεται ὡς ἀπαράδεκτο, ἀφοῦ δέν ἀναγνωρίζει ὅτι τό Βρεταννικό Μουσεῖο ἀπέκτησε νομίμως τήν κυριότητα τῶν Γλυπτῶν.
Τό Βρεταννικό Μουσεῖο ἀναφέρει στήν ἐπίσημο θέση του ὅτι ἡ πρώτη ἐπίσημος ἑλληνική ἀπαίτησις γιά μόνιμο ἐπιστροφή τῶν Γλυπτῶν κατετέθη τό 1983 καί ἔκτοτε διαδοχικές ἑλληνικές κΚυβερνήσεις ἔχουν ἀρνηθεῖ νά ἀναγνωρίσουν τόν τίτλο κυριότητος τῶν ἐπιτρόπων τοῦ Μουσείου. Τό 2024 οἱ συνομιλίες εἶχαν περιγραφεῖ ὡς «ἀρκετά προκεχωρημένες», μέ τό ἴδιο τό βρεταννικό ἵδρυμα νά ὁμιλεῖ γιά «ἐποικοδομητικές» συζητήσεις.

