Πενῆντα λεπτά τῆς ὥρας καί ἄλλα τόσα τοῦ εὐρώ

«Καλά, μπαίνεις σέ μετρό καί σέ λεωφορεῖα;» μέ ρώτησε ἡ καλή φίλη…

… ὅταν τῆς εἶπα τό δρομολόγιο πού μόλις πρό ὀλίγου εἶχα ὁλοκληρώσει. Τῆς ἀπάντησα ὅτι σέ κάθε εὐκαιρία χρησιμοποιῶ –μέ ὅλα τά ἀπαραίτητα μέτρα, μάσκα, γέλη γιά τά χέρια κ.λπ.– τά μέσα μαζικῆς μεταφορᾶς. Κατ’ ἀρχάς, γιά νά φθάσω, μεσημεράκι, ἀπό τήν Καστέλα στοῦ Γουδῆ καί ἔπειτα στήν Κατεχάκη, ὅπου εἶχα μία συνάντηση, ἕνας Θεός ξέρει πόση ὥρα θά χρειαζόμουν μέ τό αὐτοκίνητο. Ἀφῆστε τό θέμα τῶν καυσίμων, πού ὅσο πάει καί γίνεται δυσκολότερο, ἀφῆστε τό καυσαέριο καί τόν ἐκνευρισμό πού θά εἶχα εἰσπράξει ὁδηγῶντας μέσα στήν κίνηση Συγγροῦ, Μιχαλακοπούλου, Μεσογείων, ποιός ξέρει ἄν θά εἶχα μπλέξει πίσω ἀπό κάποιο λεωφορεῖο, κάποια μετακόμιση, κάποιο πρόβλημα, τέλος πάντων. Ἔτσι, πῆρα τόν δρόμο μέ τό πόδι ἀπό Καστέλα – Νέο Φάληρο, τόν ἠλεκτρικό μέχρι Μοναστηράκι κι ἀπό ἐκεῖ τό μετρό μέχρι τό Μέγαρο Μουσικῆς. Ἀπό ἐκεῖ, μέ τά πόδια, εὐθεῖα τήν Παπαδιαμαντοπούλου, ἀπέναντι καί εὐθεῖα, μέχρι τόν Ἅγιο Θωμᾶ, στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο, ὅπου εἶχα νά συνοδεύσω καλό φίλο καί συνάδελφο σέ φίλτατο ἰατρό καθηγητή. Τόν ἄφησα σέ καλά χέρια καί κάθισα γιά καφέ μέ τήν σύζυγό του ἀπέναντι, στό «Ἔβερεστ». Καφεδάκι καί ἕνα κουλουράκι, νά τό πρωινό πού δέν πρόκαμα νά πάρω στό σπίτι. Ἐπέστρεψε ὁ φίλος περιχαρής, οἱ νεφροί του λειτουργοῦν μιά χαρά, μέ πῆγαν μέ τό αὐτοκίνητο μέχρι τήν Ἐρατοσθένους, νά πῶ μιά «καλημέρα» στήν ἐφημερίδα, καθώς εἶχα μπροστά μου δύο ὧρες μέχρι τό ἑπόμενο ραντεβού. Ἐν συνεχεία, πῆρα μέ τό πόδι τήν Ἡρώδου Ἀττικοῦ, «ἔκοψα» ἀπό τόν Ἐθνικό Κῆπο καί μπῆκα στό μετρό στό Σύνταγμα. Στή μία καί μισή εἶχα ὁλοκληρώσει τό ραντεβού μου, ἐπέστρεψα στόν σταθμό καί σκέφτηκα νά ἐκδράμω μέχρι τήν εὔανδρο Νίκαια. «Ποῦ νά κατεβαίνεις Μοναστηράκι, νά πάρεις ἄλλο τραῖνο γιά Πειραιᾶ, νά κατέβεις στό Νέο Φάληρο κι ὕστερα νά περπατήσεις μέχρι τό σπίτι» εἶπα μέσα μου καί μπῆκα στόν συρμό. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μέχρι νά φθάσουμε στό Σύνταγμα, ὑπῆρξε ὀλίγον στριμωξίδι, ἀλλά… μέ μάσκες!

Στό Σύνταγμα ὁ συρμός σχεδόν ἄδειασε κι ἔτσι ταξίδεψα στόν αἰνιγματικό Ἐλαιῶνα, στό ἐξωτικό Αἰγάλεω, στήν κοσμοπολίτικη Ἁγία Βαρβάρα, στόν Κορυδαλλό μέ τό ξηρό κλῖμα καί ἀποβιβάσθηκα στήν Νίκαια, γιά νά πάρω μία γεύση ἀπό τήν πλατεῖα Ἁγίου Νικολάου, ἐκεῖ πού μᾶς πήγαινε ἡ μητέρα μας μικρά γιά παγωτό στόν «Ντούρα». Εἶπα νά περιμένω ταξί καί ἔκανα μία βόλτα στήν ἔρημη πλατεῖα. Μόνο ὁ «Ντούρας» εἶναι στήν θέση του. Ἡ πλατεῖα εἶναι πλέον ὑπερμοντέρνα, ἀλλά τά κτίρια τά ἴδια, παλιά, σάν παρατημένα. Ταξί δέν ἔβλεπα, ἀλλά εἶδα λεωφορεῖο! «Νεάπολη-Νίκαια-Πειραιᾶς» ἔγραφε στόν πίνακα, μπῆκα, «χτύπησα» τήν κάρτα μου, κάθησα ἀμέσως, καί σέ δέκα λεπτά κατέβαινα στήν Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, στόν πολύβουο καί πάντα κυκλοφοριακῶς ἄναρχο Πειραιᾶ.

Κοίταξα πάλι γιά ταξί, ἀλλά εἶδα στό βάθος τό λεωφορεῖο «Λόφος Βώκου-Προφήτης Ἠλίας». Τό πρόλαβα στήν στάση καί σέ ἄλλα δέκα λεπτά ἀποβιβαζόμουν στήν κορυφή τοῦ Λόφου! Κατέβηκα σφυρίζοντας, ἔφθασα Μανούσου Κουνδούρου καί ἀμέσως στό σπίτι! Εἶχα χρειασθεῖ πενῆντα πέντε λεπτά τῆς ὥρας καί πενῆντα λεπτά τοῦ εὐρώ! Καί εἶχα δεῖ τόσα ἐνδιαφέροντα μέρη!

Απόψεις

«Μήν ψάχνεις τό χωριό! Στό νεκροταφεῖο εἶναι…»

Μανώλης Κοττάκης
Συνέβη σέ ἕνα χωριό τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας, τό ὁποῖο ἐπισκέπτεται κατά καιρούς ἕνας ὑπουργός πού κατάγεται ἀπό ἐκεῖ, γιά νά ἀνάψει ἕνα κερί στόν τάφο τῶν γονέων του.

Ἀνίερες συμμαχίες

Μύρνα Νικολαΐδου
Καί ὅμως, ὅλα μποροῦν νά συμβοῦν ὅταν τό συμφέρον τό ἐπιτάσσει.

«Τρῦπα» στό ἀσφαλιστικό σύστημα βλέπει ὁ Διοικητής τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
Ἀδυνατεῖ νά ἐξασφαλίσει στήν Εὐρώπη καί εἰδικώτερα στήν Ἑλλάδα «ἐπαρκῆ ποσοστά ἀναπληρώσεως γιά τούς ἐργαζομένους» – Ζητεῖ νά ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀσφαλιστική καί ἐπενδυτική κουλτούρα στήν πατρίδα μας ἐννοῶντας νά μετέχουν οἱ ἀσφαλισμένοι σέ συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά σχήματα πού ἀγοράζουν μετοχές καί ὁμόλογα

Θά χωρίσουμε τόν Ποινικό Κώδικα σέ «Ἀνδρῶν» καί «Γυναικῶν»;

Μανώλης Κοττάκης
Τό σύνδρομο τῆς ἀπορρίψεως εἶναι ἡ αἰτία, ὄχι τό φῦλο

Κατά 2,3 δισ. εὐρώ αὐξήθηκε τό χρέος σέ ἀπόλυτες τιμές

Εφημερίς Εστία
Παρά τήν συνεχιζομένη ἀποκλιμάκωση τοῦ λόγου χρέους πρός ΑΕΠ, τά στοιχεῖα δέν δικαιολογοῦν ἐφησυχασμό.