ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Πάντα υπάρχουν και άλλες, απλές, λύσεις…

Έπεσε στα χέρια μου το «μανιφέστο» ενός νεαρού ληστή…

… τον οποίο συνέλαβαν οι αρχές λίγη ώρα μετά την αρπαγή των χρημάτων από το ΑΤΜ της «Εθνικής Τραπέζης» στις εγκαταστάσεις ενός εκ των Πανεπιστημίων.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με «τράβηξε» ο τίτλος τον οποίο χρησιμοποίησε το έντυπο που δημοσίευσε το σχετικό ρεπορτάζ. «Πήγα να κλέψω γιατί αρνούμαι να εργάζομαι»…

Αρχικά με κατέλαβε ένα συναίσθημα θυμού: «Για σκέψου! Επειδή θέλει να κάααθεται ενώ οι άλλοι εργάζονται, αρπάζει τα χρήματα που καταθέτουν οι εργαζόμενοι και έτσι αποφεύγει την δοκιμασία της εργασίας» είπα στην συντροφιά της καφετέριας.

Με «κέντρισε», όμως το όλο θέμα (συνέβη παλαιότερα, δεν είναι καινούριο το ρεπορτάζ) και εν  συνεχεία, αποφάσισα να διαβάσω το κείμενο, για να το ακούσει η συντροφιά,  το «μανιφέστο του ληστή». Ήπια ένα ποτήρι νερό, έβηξα, είδα αν τηρούνται οι «αποστάσεις» μεταξύ μας και άρχισα να διαβάζω δυνατά. Ομολογώ, ότι «έπεσα επάνω» σε ένα καλώς δομημένο  αφήγημα: «Πάντα ήθελα να φεύγω. Να πετάει η ψυχή μου σαν τα πουλιά. Να νιώθω τη γλύκα μιας ατέλειωτης φυγής. Όχι να φεύγω γι’ άλλους τόπους. Από την ίδια τη ζωή μου να φεύγω. Να ρίχνω τα ”στοπ” στον δρόμο μου. Να γκρεμίζω τις πινακίδες που σηματοδοτούσαν διαδρομές. Να πατάω στις διαχωριστικές γραμμές. Ν’ αψηφώ τα όρια της ταχύτητας. Να φεύγω χωρίς προορισμό. Σα να με κυνηγούσε πάντα ο εαυτός μου. Και μόλις έβρισκα ένα ξέφωτο, να πάρω μια ανάσα, βρε αδερφέ, να στήσω μια σκηνή να ξαποστάσω, βαρούσε ο συναγερμός μέσα μου και με ξεκούφαινε. Φεύγοντας, άφησα πίσω μου πολλά σκουπίδια. Άφησα όμως, στη φούρια μου, και πράγματα πολύ σημαντικά. Κάτι κοσμήματα, ας πούμε, ακριβά, που κάποιοι μου είχαν χαρίσει για να στολίσω την ψυχή μου…»

Ακολούθως, ο νεαρός ληστής, αναφέρεται-με γλαφυρότητα-  στις συνθήκες της «απαλλοτρίωσης» των χρημάτων από το μηχάνημα αυτομάτου αναλήψεως, την περιπέτειά του στα κρατητήρια της Γενικής Ασφαλείας και την εν συνεχεία μεταγωγή του στις Φυλακές Κορυδαλλού. Και πιο κάτω, έρχεται το «ψητό» του μανιφέστου.

«Ο σύγχρονος τρόπος διαβίωσης στις καπιταλιστικές μεγαλουπόλεις, τρέχει με ρυθμούς φρενήρεις και απαιτεί ανθρώπους έτοιμους να ακολουθήσουν τα κονσερβοποιημένα πρότυπα που πλασάρει. Ο χρόνος τεμαχίζεται και επιβάλλεται. Η κοινωνική ανέλιξη, το υπέρτατο καπιταλιστικό όνειρο, δημιουργεί τους είλωτες της εποχής μας… Τα χρήματα της ληστείας λοιπόν προορίζονταν για να καλύψουν τις ανάγκες της καθημερινής μου διαβίωσης. Ηταν μια συνειδητή επιλογή να αρνηθώ τη σύγχρονη μορφή εργασίας που θέλει τον άνθρωπο ως πειραματόζωο στα χέρια του εκάστοτε εργοδότη, να αρνηθώ την τυραννία του ξυπνητηριού, το επικριτικό βλέμμα του αφεντικού, τις καθημερινές προσβολές, τις “φιλικές παραινέσεις” για μεγαλύτερη παραγωγικότητα και γενικότερα τη ρομποτοποιημένη καθημερινότητα του εργαζόμενου στα πλαίσια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας»…

Κι εκεί, πετάγεται ο Μήτσος, παλαιός αριστερός, αλλά και εραστής της απολύτου της λογικής: «Βρε παιδί μου, με τόσο όμορφο λόγο, γιατί δεν γινόσουν συνδικαλιστής; Και  δεν θα δούλευες και δεν θα έμπλεκες σε παρανομίες». Η φωνή της αλήθειας!

Απόψεις

Ἀναγνωρίζουμε τό νέο ἐδαφικό καθεστώς τῆς Οὐκρανίας μέ μοντέλο Κοσσυφοπεδίου

Εφημερίς Εστία
Πῶς μελετᾶ τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῶν χιλιάδων ὁμογενῶν τῆς Μαριουπόλεως – Κίνησις μέ γενικώτερη πολιτική σημασία – Βίζες σέ λευκά χαρτιά μέ βάση τό προηγούμενο τῆς Πρίστινα κατά τήν μεταβατική περίοδο – Ντέ φάκτο ἀναγνώριση ὑπέρ τῆς Ρωσσίας συνιστοῦν τά ἔγγραφα χωρίς τόν ὅρο «Οὐκρανία»

Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων ἀπαιτεῖ πρωτίστως σοβαρότητα

Εφημερίς Εστία
ΜΕΡΙΚΕΣ σκέψεις ἐν ὄψει τῶν ἀλλαγῶν πού θεσμοθετοῦνται στό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης καί τῶν ἐντόνων ἀντιδράσεων πού ἔχουν ἐκδηλωθεῖ γιά αὐτές.

Δήλωσις Χριστοδουλίδη: Ὅποιος ἔχει στοιχεῖα νά πάει στόν εἰσαγγελέα

Εφημερίς Εστία
ΩΣ προϊόν «ὑβριδικοῦ πολέμου» χαρακτήρισε ἡ Κυπριακή Κυβέρνησις τό βίντεο πού ἔσκασε ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ στήν αὐλή τοῦ Νίκου Χριστοδουλίδη, ἄποψις ἡ ὁποία ἔχει κάποια βάση.

Κανείς δέν φταίει, μόνον ἐμεῖς, οἱ Εὐρωπαῖοι

Δημήτρης Καπράνος
«Μά, πῶς πιαστήκαμε τόσο κορόιδα; Πῶς ζαλιστήκαμε καί ἀφήσαμε τήν Εὐρώπη μας νά κυλήσει τόσο χαμηλά;»

Η ΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΤΡΟΧΩΝ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰανουαρίου 1926