Ο ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟΣ ΦΟΡΟΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 8 Ἰανουαρίου 1925

Οἱ Τοῦρκοι ὡρισμένως εἶνε πολύ σοφώτεροι παρ’ ὅσον τούς φανταζόμεθα. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς Ἀγκύρας συζητεῖ κατ’ αὐτάς ἕνα φορολογικόν νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον βαρύτατον φόρον εἰς τούς ἀτέκνους γονεῖς.

Πολύ σωστά!

Τό παιδί εἶνε ἕνας φυσικός φόρος, τόν ὁποῖον πληρώνει τό ἄτομον εἰς τήν ὁλότητα. Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις, ἄνθρωποι, ποῦ δυστροποῦν λοιπόν τόν ἄλλον. Αὐτό ὑπαγορεύει τό πνεῦμα τῆς φορολογικῆς ἰσότητος. Διότι τά πράγματα αὐτά, ἐπί τέλους, δέν εἶνε, ὅπως γνωρίζομεν, τυχαῖα. Εἶναι καθαρός καί πεζότατος ὑπολογισμός.

-Πόσα παιδάκια ἔχετε, κύριε;

-Πόσα; Ἀλλά κανένα, φίλε μου.

Πά σί μπέτ! Τά παιδιά σήμερα θέλουν ἔξοδα. Ροῦχα, παπούτσια, μπόνες, παραμάνες, σπουδές. Μόνον οἱ ἀνόητοι ἄνθρωποι κάνουν σήμερα παιδιά. Ἑπομένως, σᾶς παρακαλῶ νά δαγκάσετε τή γλῶσσά σας!

Δαγκάνω εὐχαρίστως τήν γλῶσσάν μου, κύριε, διά κάθε ἀπρόοπτον, ποῦ ἐνδέχεται νά σᾶς συμβῇ. Ἀλλά νά πληρώσετε κ’ ἐσεῖς τόν φόρον σας εἰς τήν Οἰκονομικήν Ἐφορείαν.

-Δέν ὑπάρχει λοιπόν κανένα παιδάκι στό δρόμο, κυρία μου;

-Παιδάκι; Ἀλλά γιά ποίαν μ’ ἐπήρατε, παρακαλῶ. Σᾶς ὁρκίζομαι, ὅτι δέν ὠνειρεύθηκα ποτέ νά γίνω βάσά λαίε ἀνφάν. Καί σᾶς βεβαιώνω, ὅτι ἐνδιαφέρομαι περισσότερον γιά τήν αἰσθητική τῶν γραμμῶν μου, παρά γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁπωσδήποτε χτυπῆστε ξύλο, κυρία μου, διά τάς ἐνδεχομένας, σχετικάς συνεπείας ἑνός φρικτοῦ λάθους. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως πληρῶστε, παρακαλῶ κ’ ἐσεῖς τόν φόρο σας εἰς τόν δημόσιον εἰσπράκτορα.

-Δεσποινίς, σᾶς προσφέρω τήν χεῖρα καί τήν καρδίαν μου μεθ’ ὅλων τῶν συναφῶν.

-Τήν δέχομαι μέ συγκίνησιν, φίλε μου. Ὑπό ἕνα ὅρον ὅμως…

-Ποιόν ὅρον! «Τόν Γαλαξίαν, τάπητα μή θέλεις τῶν ποδῶν σου; Μή θέλεις τήν ἀνατροπήν τῆς Οἰκουμένης πάσης; Εἶπε, τά πάντα δύναται ὁ ἰδικός μου ἔρως». Ποιόν ὅρον, φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου; «Εἶπε κ’ εἶναι τά πάντα σά!»…

-Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά, φίλε μου, τίποτε. Κάτι πολύ ἁπλούστερον!

-Νά τό ἀκούσωμεν…

-Σκύφτε νά σᾶς τό πῶ στό αὐτί.

-Ἔσκυψα.

-Πρό πάντων, ὄχι παιδιά! Κυρίως ὄχι παιδιά! Ὡρισμένως, ὄχι παιδιά!

Μιά εὐτυχία κατεποντίσθη. «Ὄχι παιδιά!». Ἔστω. Ἀλλά ποιός θά ἐπλήρωνε λοιπόν τόν δυσβάστακτον φόρον τῆς ἀτεκνίας; Τό εἰσόδημα τῆς πλέον ζηλευτῆς προικός δέν φθάνει οὔτε διά τά ἔξοδα παραστάσεως τῆς κυρίας, συνυπολογιζομένης καί τῆς οἰκονομικῆς συνεργασίας τῶν καλῶν καί φιλοτίμων οἰκογενειακῶν φίλων. Ἄν ἐδέχοντο τοὐλάχιστον νά πληρώνουν καί τόν φόρον τῆς ἀτεκνίας. Ἀλλά δέχονται; Ἰδού τό ζήτημα.

Πλῆρες ναυάγιον λοιπόν!

Οἱ Τοῦρκοι εἶνε ὡρισμένως πολύ σοφώτεροι παρ’ ὅσον φαίνονται εἰς τάς παροιμίας των. Μέ τόν νεαρόν τῶν Νόμον, ἐάν δέν αὐξήσουν τόν πληθυσμόν τοῦ Κράτους, θά αὐξήσουν κατά ἕνα σημαντικόν κονδύλιον τόν προϋπολογισμόν των. Καιρός εἶνε νά τούς ἀντιγράψωμεν.

Απόψεις

Σκιαδάς: Η ΠΑΝΑΓΙΑ (ΑΓΙΑ ΤΡΙΑ∆Α) ΣΤΟΥ ΓΟΥ∆Η ΚΑΙ Η ΤΑΡΑΧΩ∆ΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Ελευθέριος Σκιαδάς
Η Μονή Πετράκη διεκδικούσε τα νερά του Ηριδανού που εκµεταλλευόταν ο ∆ήµος Αθηναίων επί Οθωνα

Γιατί δέν διέταξε προκαταρκτική γιά τό κινητό Σαμαρᾶ ὁ Εἰσαγγελεύς τοῦ Ἀρείου Πάγου;

Εφημερίς Εστία
Μεγάλη ἔκπληξη γιά τά κενά καί ἀπορίες γιά τόν τρόπο πού διαχειρίστηκε τήν καταγγελία ἑνός πρώην Πρωθυπουργοῦ γιά τήν παγίδευση τῶν ἐπικοινωνιῶν του ὁ κορυφαῖος θεσμός τῆς Δικαιοσύνης

Οἱ πιό πλούσιοι ἄνθρωποι τοῦ κόσμου

Μανώλης Κοττάκης
Δώρισε τό ἐφ’ ἅπαξ του ὑπέρ ἀνεγέρσεως ναοῦ – Ἱερεῖς, οἱ ἀθόρυβοι ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας πού κρατοῦν τίς τοπικές κοινωνίες ὄρθιες

Τετάρτη, 17 Αὐγούστου 1966

Εφημερίς Εστία
Πρό 60 ετων

Ένα ταξίδι από την Αθήνα στη Ρώμη… μέσα από την τέχνη

Εφημερίς Εστία
Η τέχνη ταξιδεύει πιο μακριά από τους ανθρώπους που τη δημιουργούν