Δέν ἀλλάζουν οἱ καιροί ἀλλά οἱ ἄνθρωποι…

Προσπαθῶ νά αἰσθανθῶ τίς δονήσεις τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, νά διακρίνω τήν διαφορετική ἀτμόσφαιρα πού χαρακτήριζε αὐτές τίς μέρες, κάποιες ἄλλες ἐποχές, ἀλλά δέν τό καταφέρνω.

Εἶναι πλέον τέτοια ἡ ταχύτητα μέ τήν ὁποία κινοῦνται τά πάντα, πού δέν σέ ἀφήνουν νά συγκεντρωθεῖς, δέν σοῦ ἐπιτρέπουν νά «κλέψεις χρόνο» καί νά τόν ἀφιερώσεις στίς ἡμέρες τίς ὁποῖες θεωρούσαμε «ἅγιες» καί δέν σηκώναμε μῦγα στό σπαθί μας!

Ὅλα γύρισαν τούμπα ἀπό τήν στιγμή πού ἡ εἰκόνα κατέκτησε τόν κόσμο. Ἀπό τήν στιγμή πού ἀποκτήσαμε ἐλεύθερη ραδιοφωνία, ἐλεύθερη τηλεόραση, ἐλεύθερη πρόσβαση στά κοινωνικά δίκτυα. Ἀπό τήν στιγμή πού ἀποκτήσαμε «ἐλευθερία», ἡ ὁποία ἀγγίζει μέν τά ὅρια τῆς ἐλευθεριότητας, ἀλλά εἶναι ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ἐλευθερία!

Καί, μοιραῖα, ἔρχεται ἡ νοσταλγία, σέ μιά προσπάθεια νά συναρμολογήσει τά ξέφτια τῆς μνήμης, νά συγκολλήσει θρυμματισμένες ἀναμνήσεις καί νά καλύψει τραύματα, πού δέν ἐπουλώνονται παρά μόνον ἐπιδερμικά.

Ὁ μόνος θεσμός πού δείχνει συνέπεια, αὐτές τίς ἡμέρες, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Καί, αὐτομάτως, ἔρχεται στό μυαλό ἡ πάντα ἐπίκαιρη καί διαχρονική ρήση τοῦ μεγάλου Γιάννη Τσαρούχη: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μόνο θέατρο πού παίζει τό ἴδιο ἔργο δύο χιλιάδες χρόνια κι ἔχει πάντα κόσμο». Ναί, ἔτσι εἶναι, ἄν καί δέν ἔχει πλέον τόσο πολύ κόσμο, ἐκτός ἀπό τίς μεγάλες ἑορτές, ὅπως ἡ Ἀνάσταση, πού θά γεμίσουν οἱ ναοί μέ πιστούς ἤ περίεργους, οἱ ὁποῖοι θά προστρέξουν μηχανικά «νά πάρουν τό Ἅγιον Φῶς», θά σταθοῦν στόν περίβολο οἱ περισσότεροι –ἐκτός κι ἄν βρέξει– καί μεσάνυχτα καί πέντε, θά φύγουν ἀγεληδόν πρός τό σπίτι ἤ τά κάθε εἴδους ταβερνεῖα γιά νά «ἀναστήσουν»…

Θυμᾶμαι τήν μάνα μου, πού τήν Μεγάλη Παρασκευή δέν ἔβαζε τίποτε στό στόμα της, οὔτε νερό, μέχρι νά βγεῖ ὁ Ἐπιτάφιος! Κι ἐμεῖς, τρώγαμε κάτι νερόβραστες φακές καί φρέσκα κρεμμύδια γιά νά πάρουμε κάποια γεύση, οὔτε λάδι οὔτε τίποτε τό μή νηστίσιμο. Τώρα, νηστεύουν οἱ Ἕλληνες τήν Μεγάλη Παρασκευή, ἀλλά μέ τό πού θά βγεῖ ὁ Ἐπιτάφιος ὁρμοῦν στά τσιπουράδικα καί τά παραλιακά μαγαζιά καί ταράζουν τίς γαρίδες, τίς καραβίδες, τά χταπόδια! Ὅ,τι κατεψυγμένο ἔχει μείνει στά ψυγεῖα, πέφτει στήν φωτιά καί «χλαπακιάζεται» ἀπό …νηστεύοντες ὀρθοδόξους! Ἄμ, δέν εἶναι ἔτσι ἡ νηστεία, Χριστιανοί!

«Τά χρόνια πέρασαν, ἀλλάξαν οἱ καιροί» ἔλεγε τό παλαιόν ἆσμα. Μά, δέν ἀλλάζουν οἱ καιροί. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πού ἀλλάζουν. Ἡ ταχύτητα, ἡ εἰκόνα, τά σόσιαλ, ὁδηγοῦν τόν κόσμο ὁλοταχῶς πρός τό ἄγνωστο, καθώς οὐδείς γνωρίζει ποῦ μπορεῖ νά καταλήξει αὐτή ἡ φρενίτιδα! Τά ἔθιμα ξεχνιοῦνται, τά ἤθη ἀργοσβήνουν, οἱ παραδόσεις μπαίνουν «στό χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας» (βρέ, τί μᾶς ἄφησε κληρονομιά ὁ Ἀνδρέας) καί πάει λέγοντας.

Μέχρι καί τά κόκκινα αὐγά τά παραγγέλνουμε ἕτοιμα, μήπως καί λερωθεῖ ὁ πάγκος τῆς κουζίνας μας ἀπό τήν μπογιά. Ποῦ εἶσαι, γιαγιά, πού ἔβαφες τά αὐγά μέ κρεμμυδόφυλλα! «Δέν εἶναι γιά τά λεφτά, ἀλλά γιά τό ἔθιμο» μᾶς ἔλεγε, ὅταν φωνάζαμε ὅτι «ἡ μπογιά γιά τά αὐγά εἶναι πολύ φθηνή.» Ποιός ἔδινε, ὅμως, σημασία στά λόγια της…

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!