Χρόνου φείδου

ΕΧΩ στό γραφεῖο μου μιά παλιά carte postal μέ θέμα τό (Δελφικό) γνωμικό τοῦ τίτλου –σέ ἐπεξεργασία– ὡς ἑξῆς: «Εἶναι πιό ἀργά ἀπό ὅσο νομίζεις».

Τήν ἔχω κρατήσει, γιατί μέ τό «νομίζεις» συμπληρώνει τό νόημα τοῦ παρόντος κειμένου –ἰδίως ὅταν γράφεται ἀπό ἄνθρωπο στήν τετάρτη δεκαετία, ὅταν τό πρόσημο «9» τοῦ θυμίζει ὅτι ὅσο καί νά νομίζει ὅτι δέν τόν ἀφορᾶ –στήν μακρινή ζωή– τό timor mortis, ὁ φόβος τοῦ θανάτου, κάποτε πρέπει νά τελειώσει αὐτή ἡ ἱστορία.

  • Τοῦ Τηλέμαχου Μαράτου*

Κάπου διάβασα ὅτι μιά φορά ὁ μέγας Einstein, νέος, ἦταν μέσα σέ ἕνα τράμ στήν Ζυρίχη, ὅταν παρατήρησε μιά μῦγα νά αἰωρεῖται μπροστά στήν μύτη του. Ἀναρωτήθηκε λοιπόν μέ τί ταχύτητα ἐκινεῖτο ἡ μῦγα –φαινομενικῶς ἀκίνητη. Ὡς πρός τόν δρόμο τῆς πόλεως, μέ τήν ταχύτητα τοῦ τράμ, ἄς ποῦμε 40χλμ./ὥρα. Ἀλλά ὡς πρός τήν περιστροφή τῆς γῆς –περί τόν ἄξονά της– εἰς τό γεωγραφικό πλάτος τῆς Ζυρίχης θά ἦταν 40 χλμ./ τό …δευτερόλεπτο, ὡς πρός τήν κίνηση τῆς γῆς περί τόν Ἥλιο;… Ὡς πρός τήν κίνηση τοῦ ἡλιακοῦ συστήματος στόν γαλαξία; κ.ο.κ… Ἄρα γεννήθηκε ἡ Θεωρία τῆς Σχετικότητας, ἡ ὁποία ἔκανε ἕναν νεαρό φοιτητή νά προκαλέσει τόν (ἀντιπαθῆ) καθηγητή Μαθηματικῶν λέγοντας ὅτι «δέν ὑπάρχει ἄλυτο πρόβλημα κινήσεως.» (Ξέρετε αὐτά πού λένε ὅτι «ἕνα καράβι ξεκίνησε ἀπό ἐδῶ στίς δέκα τό πρωί»… κ.ο.κ). Ἔπρεπε νά εἶχε προσδιορίσει ὅτι «κινοῦνται «ἐπί εὐθείας δύο διαστάσεων», καί μηδενίστηκε.

Ἐάν ἐδῶ –εὐλόγως– βαρεθήκαμε, ἡ αἰτία εἶναι ὅτι βασανιζόμαστε μέ τήν κατανόηση –πράγματος– ἀνυπάρκτου, διότι ὁ «χρόνος» δέν ὑπάρχει σέ καμμία μορφή, παρά μόνο στό μυαλό μας. Εἶναι ἕνα κατασκεύασμα δικό μας, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε, συγχρόνως, σέ μία σφαῖρα ὅπου κάθε στιγμή –σέ ἕνα σημεῖο– συμβαίνει μία ἀνατολή καί, κάπου ἀλλοῦ, μία δύση. Γιά αὐτόν τόν λόγο κατακερματίζουμε τόν χρόνο σέ αἰῶνες, ἐποχές, ἔτη, μῆνες μέχρι τό τίκ-τίκ-τίκ τῶν δευτερολέπτων (καί κλασμάτων τους) πού δέν ὑπάρχει πουθενά στό σύμπαν, ἐνῷ γελοιοποιεῖται σέ ἕναν μεσημβρινό τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ ὅταν οἱ πλοίαρχοι πρέπει νά ἀλλάξουν ἡμερομηνία. Δέν εἶναι γενικῶς ἀντιληπτό ὅτι στά πλοῖα ὁ πλοίαρχος ἀλλάζει τήν ὥρα ἀναλόγως τῆς ἀλλαγῆς στό γεωγραφικό Μῆκος καί τήν Ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γιά τόν ἴδιο λόγο.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ χρόνος πάντοτε ὑπάρχει, ὡς παρελθόν. Ἀξέχαστο τό ποίημα τοῦ Omar Khayyam –ἤ τοῦ μεταφραστῆ του– πού λέει γιά τό δάχτυλο πού γράφει –καθώς κινεῖται– καί ἅμα γράψει οὔτε ὅλες σου οἱ πονηριές οὔτε οἱ μετάνοιες καί οἱ κλάψες σου δέν μποροῦν νά σβήσουν μισή γραμμή… Ἡ ταχύτητα ὅμως τοῦ «δακτύλου», ἤ τῶν δεικτῶν τοῦ ρολογιοῦ, ἀλλάζει ὅσο καί νά φαίνεται ἀντικειμενικά σταθερή. Ἀναλόγως τῶν προσδοκιῶν τοῦ παρατηρητοῦ. Στήν αἴθουσα αἱμοκαθάρσεως παρατηρῶ τούς διασωληνωμένους νά ἀδημονοῦν καί, ὅσο πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ τέλους, νά ρωτοῦν «πόσο ἔχω ἀκόμη;» καί κάποτε νά διαπληκτίζονται μέ τούς νοσηλευτές. Νομίζουν τότε ὅτι οἱ δεῖκτες κινοῦνται σέ κάποιο εἶδος κόλλας. Σέ ἕνα παλιό ἀστεῖο, ὁ ἀσθενής ρωτάει τόν γιατρό: «Γιατρέ μου, πόσο ἔχω ἀκόμη; Καί ὁ γιατρός κοιτάει τό ρολόι του. 9, 8, 7..».

Τήν ἐποχή τοῦ Χριστόφορου Κολόμβου οἱ θαλασσοπόροι ἤξεραν ἤδη ἀπό τά προαιώνια ταξίδια σέ ὅλον τόν πλανήτη τό γεωγραφικό πλάτος, δηλαδή τήν γωνιακή ἀπόσταση ἀπό τόν Πόλο. Εἶχαν παρατηρήσει ὅτι ἕνα μικρό ἀστέρι, τῆς «Μικρῆς Ἄρκτου», ἀνέβαινε ἤ κατέβαινε στόν ὁρίζοντα καί θά ἔπρεπε νά εἶναι κοντά στόν (οὐράνιο) Βόρειο Πόλο. Τό κέντρο τοῦ θόλου. Εἶναι ὁ Πολικός Ἀστέρας. Ἤξεραν ἐπίσης καί τό μέγεθος τῆς Γῆς, μέ καταπληκτική ἀκρίβεια, ἀπό τούς Ἕλληνες μαθηματικούς τῆς Ἀλεξανδρείας. Δέν ἤξεραν ὅμως τό Μῆκος, δηλαδή τήν σχετική ἀπόσταση ἀπό τό σημεῖο ἀναφορᾶς, πού θά εἶχαν ἐπιλέξει ὡς ἀφετηρία. (Σήμερα τόν Μεσημβρινό τοῦ Γκρήνουϊτς.) Ἐάν εἶχαν ἕνα ἀξιόπιστο ρολόι μετρῶντας δύο διαδοχικές μεσουρανήσεις, ἤ μέ ἄλλους τρόπους, θά ξέρανε ὅτι δέν πηγαίνουνε πρός τίς «Ἰνδίες». (Αὐτά εἰς τό Βόρειο Ἡμισφαίριο. Στό Νότιο δέν ὑπάρχει ἀντίστοιχο ἀστέρι, ἀλλά δέν τούς ἀπασχολοῦσε ἐπί πολλά χρόνια.) Ὁ ὡραῖος «Σταυρός τοῦ Νότου» ἀνατέλλει ὅσο «κατεβαίνει» κανείς καί περνάει τόν Ἰσημερινό, ἀλλά εἶναι μακριά ἀπό τόν Πόλο.

Αὐτά εἶναι τά «βαθειά νερά» ὅπου κολυμπάει κανείς ὅταν ἔχει πολύ χρόνο γιά σκέψη. Μιά φορά ἕνας φίλος διανοούμενος συγγραφέας σέ μιά διάλεξη, στήν Γεννάδιο, ἐπήνεσε τούς ἐρευνητές πού δημιουργοῦν, ὅλο καί περισσότερο τά «μαθηματικά». Τοῦ εἶπα, μετά, ὅτι τά μαθηματικά ἦταν –καί θά εἶναι– πάντοτε ἐκεῖ, καί ἐμεῖς τά ἀνακαλύπτουμε. Μέ πληροφόρησε ὅτι εἶμαι «σέ βαθειά νερά», καί εἶναι ἀλήθεια. Ὡστόσο, συχνά θυμᾶμαι τόν τελευταῖο στίχο τοῦ ὑπέροχου “Infinito” τοῦ Leopardi “e naufragar m’e dolce in questo Mare”: Eἶναι γλυκό νά ναυαγῶ σέ αὐτή τήν θάλασσα…

*Πλοίαρχος Ε.Ν. – Συγγραφεύς

Απόψεις

Ἀπόρρητη σύσκεψις στήν Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μᾶς «ἐπιστρέφει» ἡ Γερμανία

Εφημερίς Εστία
Ὡς πρώτη δόσις ζητεῖται ἡ «ἐπαναπροώθησις» 8.000 «προσφύγων» πού θεωροῦνται δευτερογενεῖς ροές ἀπό τήν ἐποχή πού «λιάζονταν», ἀλλά καί τήν περίοδο τῆς ΝΔ – Δέν τούς ἀντέχει ὁ γερμανικός προϋπολογισμός «Δέλεαρ» ἡ ἐπιδότησις τῆς παραμονῆς

«Μέ ὁρίζει ἡ δικαιοσύνη!»

Μανώλης Κοττάκης
Αὐτό πού ἔπραξε χθές ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, νά ἀπονείμει τό ἀριστεῖο της στόν συνθέτη Σταῦρο Ξαρχάκο (τρεῖς μέρες μετά τά 87α γενέθλιά του, πού ἑόρτασε στήν οἰκία τοῦ πρέσβεως Κριεκούκη), ἔπρεπε νά εἶχε γίνει πολύ καιρό τώρα.

Δεύτερo πλῆγμα στόν σκληρό πυρῆνα τοῦ Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Οὐάσιγκτων.- Ἀπανωτά εἶναι τά πλήγματα πού δέχεται τά τελευταῖα 24ωρα ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος, καθώς πρόσωπα ἀπό τόν στενό κύκλο συνεργατῶν του, πού ἡγοῦνται σημαντικῶν θέσεων, ἀποδομοῦν τά ἐπιχειρήματα πού παρουσίασε προκειμένου νά ἐξαπολύσει τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰράν.

Ἀπό τήν «σινιέ» στήν «θεοσεβούμενη» τυραννία

Δημήτρης Καπράνος
Φυσικά καί εἶναι δύσκολο νά συμφωνεῖ κανείς –πόσῳ μᾶλλον νά ἐπιχαίρει– μέ ἕναν πόλεμο, μέ βομβαρδισμούς ἐναντίον ἀμάχων καί τουριστῶν, μέ δολοφονίες πολιτικῶν, μέ ὅλα, τέλος πάντων, πού συμβαίνουν αὐτό τόν καιρό στήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Σάββατον, 19 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΖΗ!