«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…
Τί κόσμο ἔχουμε ἑτοιμάσει γι’ αὐτά τά παιδιά; Πῶς δυό κορίτσια δεκαεπτά ἐτῶν φοροῦν τά ἀκουστικά τους καί πηδοῦν στό κενό ἀπό τήν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας τους, ἔχοντας προσχεδιάσει τό ἀπονενοημένο διάβημα; Πῶς ἔχουμε καταφέρει νά κάνουμε ἐφιάλτη ἀκόμη καί τίς Πανελλήνιες;
«Θά καταλήξω σέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά». Τί φράση-μαχαίρι εἶναι αὐτή; Σέ ποιά κοινωνία ὁδηγοῦμε τούς νέους νά δημιουργήσουν, νά ὀνειρευτοῦν, νά ἀγαπήσουν τήν ζωή; Στήν κοινωνία τῶν «ἑπτακοσίων πενῆντα εὐρώ», γιά τά ὁποῖα πανηγυρίζουμε; Στήν κοινωνία τῆς καθημερινῆς τοξικότητας πού ἀναβλύζει ἀπό παντοῦ;
Δέν ἔχω δεῖ ἄλλη χώρα στόν κόσμο νά κάνει «κυρίαρχο θέμα» τίς Πανελλήνιες. Δηλαδή μιά ἐξεταστική δοκιμασία, στήν ὁποία ὁ νέος «δέν θά σπουδάσει ἐκεῖνο πού τοῦ ἀρέσει, ἀλλά μπορεῖ νά βρεθεῖ… πεταλωτής τζιτζικιῶν. ἐνῷ ἔχει δηλώσει ὅτι τοῦ ἀρέσει ἡ Ἀρχιτεκτονική», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀλησμόνητος Χαράλαμπος Τριανταφυλλίδης.
Ἡ κοπέλα τοῦ ἀνηψιοῦ μου ἔχει τελειώσει Ἱστορία τῆς Τέχνης στήν Ἀνωτάτη Σχολή Καλῶν Τεχνῶν καί τώρα ἐργάζεται σέ ἐπιχείρηση παρασκευῆς πρόχειρου φαγητοῦ. «Σκεπτόμουν νά κάνω μεταπτυχιακό στήν Ἱστορία, ἀλλά ἀφ’ ἑνός δέν ἔχω τά χρήματα καί ἀφ’ ἑτέρου πάλι γιά δουλειά θά ψάχνω στόν τομέα μου καί δέν θά βρίσκω» μοῦ λέει, ἐνῷ ἐπιβλέπει τήν τροφοδοσία ἑνός μεγάλου φάσματος καφετεριῶν μέ σάντουιτς καί «τυρόπιτες κουροῦ» γιά χίλια εὐρώ μικτά τόν μῆνα…
Αὐτή τήν κοινωνία ἔχουμε φτιάξει. Τήν κοινωνία τῶν «ἰνφλουένσερ», πού «πετάγονται μέχρι τό Ντουμπάι καί τήν Ντόχα γιά Σαββατοκύριακο» καί παρουσιάζουν ὀγκώδεις τραπεζικούς λογαριασμούς, τήν κοινωνία τῶν «σελέμπριτι», ἐν πολλοῖς τενεκέδων ἀγαλβάνιστων, πού ἔχουν ἐξελιχθεῖ σέ καλοπληρωμένους «μαϊντανούς πολυτελείας»…
Κι ἐμεῖς, ἀλήθεια, οἱ ἔχοντες τήν εὐθύνη τῆς ἐνημερώσεως, τῆς παροχῆς τῆς σωστῆς καί ἐγκύρου πληροφορίας τί κάνουμε; Μετέχουμε –ἀφιλοκερδῶς καί προθύμως– σ’ αὐτόν τόν «γῦρο τοῦ θανάτου», πού ἔχει στηθεῖ καί περιμένει τούς νέους.
Μιά κοινωνία πού δέν ἐπιτρέπει τήν ψυχική ἠρεμία, μιά κοινωνία ἡ ὁποία σχεδόν ἐπιβάλλει τήν κατάθλιψη, σχεδόν ἐπιβάλλει τήν ἀναξιοκρατία, σχεδόν ἐπιβάλλει τό «μέσον» καί τόν «γνωστό τοῦ γνωστοῦ» καί δέν ἀφήνει χῶρο ἀναπνοῆς καί δημιουργίας.
Τί νά κάνει ἕνα κορίτσι δεκαεπτά ἐτῶν, πού τό ἔχει κυριεύσει ἡ κατάθλιψη; Ἐμεῖς εἴμαστε ἐκεῖνοι πού ὀφείλουμε νά κρατήσουμε μακρυά ἀπό τό κεφαλάκι του τά ἀκουστικά τῆς ἀπομονώσεως, ἐμεῖς εἴμαστε ἐκεῖνοι πού πρέπει νά κρατήσουμε μακρυά ἀπό τά παιδιά τά κλειδιά τῆς ταράτσας. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἐμεῖς εἴμαστε ὑπεύθυνοι κι ἐμεῖς ἔχουμε δημιουργήσει τό τέρας, στό ὁποῖο τελικῶς μοιάσαμε…

