Χριστούγεννα ἀπό τώρα;

Οὐδέποτε μοῦ ἄρεσε ὁ «σαματάς»

Κρατοῦσα πάντα ἀποστάσεις ἀπό τόν χωρίς νόημα θόρυβο, ἀπό τίς πομπώδεις δηλώσεις καί ἐκδηλώσεις. Χωρίς ἀκόμη νά ἔχω μάθει τά περί «χαμηλοῦ προφίλ», προτιμοῦσα νά προφυλάσσω τά ὦτα μου καί νά ἀκούω ἐκεῖνο πού μέ εὐχαριστοῦσε. Ἴσως νά εὐθύνεται ὁ πατέρας μας, πού σέ ἐκεῖνο τό ἔπιπλο τοῦ γραμμοφώνου (τό ἔχω ἀκόμη καί λειτουργεῖ ἄψογα) τοποθετοῦσε τούς ὀγκώδεις δίσκους ἀπό βακελίτη καί μέσα ἀπό τό ἠχεῖο τοῦ ἐπίπλου, ἀκούγαμε τόν Μπεντζαμίνο Τζίλι, τόν Μάριο Λάντζα, τόν περίφημο Σαλιάπιν ἀλλά καί κάποιες συμφωνικές ἀλλά καί τζάζ ὀρχῆστρες.

Ἀπό Βέρντι, δηλαδή, μέχρι τό «Ὤ, μάιν παπά», πού ἄκουγα καί μαγευόμουν ἀπό τήν τρομπέτα τοῦ Ἔντι Κάλβερτ!

Καί ἦταν, νομίζω, τέτοιες οἱ ἐποχές καί τά χρόνια, πού δέν εἶχαν πολλή «φασαρία». Ἀκόμη καί οἱ γιορτές μας, τά πάρτυ μας καί τά γλέντια τῶν μεγαλυτέρων, δέν εἶχαν «χαβαλέ» καί ἀκατάσχετο θόρυβο, ὅπως ἐν πολλοῖς γίνεται σήμερα.

Καί τί σαματά νά κάνουν τά δικά μας πάρτυ ὅταν οἱ δίσκοι μας ἀκούγονταν ἀπό ἕνα τόσο δά ἠχεῖο, πού συνδεόταν μέ καλώδιο στό ἠλεκτρόφωνο «Τεπάζ»; Καί πόσο πιά νά ἀκουστοῦν μακριά οἱ κιθάρες μας, ὅταν τραγουδούσαμε –μετά τόν χορό– τά τραγούδια τοῦ «Νέου κύματος»;

Ἀλλά καί οἱ γιορτές μας εἶχαν λιγότερο «σαματά», σχεδόν καθόλου. Δέν ἄναβαν παντοῦ λαμπιόνια στούς δρόμους γιά τίς γιορτές ἀπό τά μέσα τοῦ Νοεμβρίου. Τίς Γιορτές τίς καταλαβαίναμε ὅταν ἔκλεινε τό σχολεῖο. Τότε ἄρχιζε νά ζεσταίνεται ἡ χύτρα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἀπολαύσεως. Δέν εἴχαμε πολλά φῶτα στούς δρόμους. Μιά λάμπα τῆς ΔΕΗ εἴχαμε στήν ξύλινη διπλή κολώνα τῆς γωνίας τοῦ σπιτιοῦ μας κι αὐτή πολλές φορές ἔπεφτε θῦμα τῶν πιτσιρικάδων, πού δοκίμαζαν τήν ἱκανότητά τους στή σκοποβολή μέ τήν σφεντόνα! Ὁμολογῶ ὅτι τήν εἶχα σπάσει κι ἐγώ κανά-δυό φορές, θέλοντας νά δείξω στούς φίλους μου ὅτι τό νά φορᾶς μυωπικά γυαλιά δέν σέ ἐμπόδιζε στήν σκόπευση! Καί τά περισσότερα χριστουγεννιάτικα δέντρα, πού τά στολίζαμε λίγες μέρες πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα, δέν εἶχαν «φωτάκια». Στίς ἀρχές τοῦ ’60 πρέπει νά ἐμφανίστηκαν τά πρῶτα φωτάκια-«μαργαρίτες», τά ὁποῖα δέν μποροῦσε, φυσικά, νά προμηθευτεῖ κάθε βαλάντιο. Δούλευε, ὅμως, ἡ φαντασία! Καί ἀρκοῦσε ἕνα μικρό πορτατίφ, σκεπασμένο μέ μιά κόκκινη ἤ ἄλλου χρώματος ζελατίνα, γιά νά φωτίσει τό δέντρο, πού τό τοποθετούσαμε πλάι στό παράθυρο γιά «φαίνεται ἀπ’ ἔξω»…

Ὅσο γιά τά καταστήματα, μόνο κάποια μεγάλα, στό κέντρο, ὁ «Λαμπρόπουλος», ὁ «Δραγώνας» καί κάποια ἄλλα, στόλιζαν βιτρίνες ἑορταστικά. Καί γιά ἐμᾶς, τά παιδιά τῶν συνοικιῶν, ἦταν ἐμπειρία μοναδική νά μᾶς πάει ἡ μάνα μας «νά δοῦμε τίς βιτρίνες» στό κέντρο τῆς Ἀθήνας. Ἦταν ἡ βόλτα σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, θορυβώδη καί λαμπερό. Καί εἴχαμε νά διηγηθοῦμε πολλά στούς φίλους μας, πού δέν μποροῦσαν οἱ γονεῖς τους νά «τά πᾶνε στήν Ἀθήνα»! Γι’ αὐτό καί δέν μπορῶ νά καταλάβω τόν τόσο μεγάλο «σαματά» πού γίνεται στίς πόλεις μας γιά τίς γιορτές ἀπό τόσο ἐνωρίς. Μέχρι νά φθάσουν Χριστούγεννα, ἔχεις βαρεθεῖ! Δέν εἶναι κρῖμα;

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.