Ἡ «μάχη τῶν μαχῶν» καί τά χαρακώματα…

Ὁλοκληρώθηκε λοιπόν ἡ περιλάλητη συζήτηση γιά τήν πρόταση δυσπιστίας τήν ὁποία ὑπέβαλε ὁ ἄσπιλος καί ἀμόλυντος Σύριζα ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως.

Ἄς μᾶς συγχωρήσουν οἱ ἐθνοπατέρες μας, ἀλλά δέν κατέστη δυνατόν νά ξενυχτήσουμε δύο ἡμέρες γιά νά τούς ἀπολαύσουμε ὅλους. Ἦταν τόσο μονότονη «ἡ μάχη τῶν μαχῶν», πού τήν πρώτη βραδιά μᾶς πῆρε ὁ ὕπνος στήν πολυθρόνα καί τήν δεύτερη στό κρεβάτι.

Μεταξύ μας, θά σᾶς ἀποκαλύψω ἕνα μικρό μυστικό. Ἔχω τηλεόραση στήν κρεβατοκάμαρα, ὅπως πολλοί, πιστεύω ἀκόμα, συμπατριῶτες. Πολλές φορές κοιμᾶμαι μέ τήν τηλεόραση ἀνοιχτή. Ὅταν ὅμως ἔχω ἀϋπνίες «πιάνω» τόν σταθμό τῆς Βουλῆς, πού τίς νύχτες ἀναμεταδίδει συνεδριάσεις, καί μέ παίρνει ὁ ὕπνος μιά χαρά.

Τό συνεχές «μπούρου-μπούρου», σέ μιά εὐθεῖα γραμμή, εἶναι καλύτερο ἀπό τό ἰσχυρότερο ὑπνωτικό. Αὐτή εἶναι, νομίζω, μιά σπουδαία ὑπηρεσία τήν ὁποία προσφέρουν οἱ «ρήτορες» τῆς Βουλῆς στό κοινωνικό σύνολο. Καί τώρα ἕνα ἐρώτημα: «Ποιά εἶναι ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ βίτσιου νά διαρκοῦν οἱ συνεδριάσεις μέχρι τίς 4 τό πρωί; Γιατί, ἄραγε, πρέπει νά μιλήσουν ὅλοι οἱ βουλευτές; Πιστεύει κανείς ὅτι θά ξενυχτήσουν οἱ ψηφοφόροι γιά νά δοῦν τόν βουλευτή τους στό γυαλί; Τί θά γίνει ἐάν, ἄς ποῦμε, ἀποφασιστεῖ νά ἐπιλέγονται σέ κάθε “μεγάλη μάχη” οἱ ὁμιλητές σέ συγκεκριμένο ἀριθμό ἀπό τά κόμματά τους;».

Αὐτήν τήν φορά ὁμολογῶ ὅτι οἱ ὁμιλητές προσπάθησαν νά κάνουν συζήτηση ἐνδιαφέρουσα. Χρησιμοποίησαν ἐκφράσεις πού θύμισαν καβγᾶδες καταγωγίων, εἰρωνεύτηκαν ἀλλήλους μέ χονδροειδῆ παραδείγματα, καί, γενικῶς, ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν γιά νά ὑποδείξουν στούς τηλεθεατές νά ἀλλάξουν κανάλι. Ἄν αὐτός ἦταν πράγματι ὁ στόχος, ὀφείλουμε νά τούς συγχαροῦμε. Κατά τά λοιπά, ἄποψή μας, ἄν θέλαμε νά βάλουμε ἕναν τίτλο στήν χθεσινή διαδικασία θά ἦταν «Ἐδῶ ἤρθαμε, πᾶμε νά φύγουμε».

Ἄς πᾶμε τώρα σέ ἕνα ἄλλο θέμα. Κάπου διάβασα ὅτι ἡ ἔκφραση «ἔνοχος ἔνοχον οὐ ποιεῖ» τήν ὁποία χρησιμοποίησε ὁ ὑπουργός Γ. Γεραπετρίτης, ἦταν γκάφα, διότι ἔτσι παραδεχόταν τήν ἐνοχή τήν παρατάξεώς του. Νά μέ συμπαθᾶτε, ἀλλά στά ἀρχαῖα ἤσασταν σκράπες. Ἡ συγκεκριμένη φράση σημαίνει ὅτι κάποιος πού εἶναι ἔνοχος (δηλαδή ἔχει «λερωμένη τήν φωλιά του») δέν δύναται (δέν πείθει δηλαδή) νά ἐνοχοποιήσει κάποιον ἄλλον. Μέ δύο λόγια δηλαδή, σημαίνει ὅτι ὅταν εἶσαι ἀναξιόπιστος, λόγῳ τοῦ προτέρου μή ἔντιμου βίου, δέν μπορεῖς νά γίνεις πιστευτός καί νά ἐνοχοποιήσεις κάποιον ἄλλον. Αὐτά ὡς πρός τά ἀρχαῖα.

Ἀκούστηκαν ὅμως καί ἄλλα πολλά στήν Βουλή, ὅπως «Ράν τάν πλάν», κάνοντας χρήση τοῦ ὀνόματος τοῦ συμπαθέστατου σκύλου τοῦ «Λούκυ Λούκ».

Ἀκούστηκαν ἐπίσης ἐκφράσεις πού παρομοίαζαν βουλευτές μέ πιθήκους. Ὅλα αὐτά δείχνουν ὁπωσδήποτε λεξιπενία, ἔλλειψη συγκροτήσεως, καί ἀπουσία ἐπιχειρημάτων. Ἀφῆστε δέ πού οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ὁμιλητῶν δυσκολεύονταν ἀκόμη καί νά διαβάσουν. Ἀλήθεια, γιατί ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δέν θυμίζει στούς πατέρες τοῦ ἔθνους ὅτι ὁ κανονισμός τοῦ κοινοβουλίου δέν ἐπιτρέπει τήν χρήση χειρογράφων ἀπό τό βῆμα; Ἀπ’ ὅ,τι θυμᾶμαι, ἐπιτρέπεται ἡ χρήση σημειώσεων μόνον ὅταν ὁ βουλευτής ὁμιλεῖ ἀπό τό ἕδρανό του. Θά πεῖτε τώρα ὅτι ψάχνουμε «ψύλλους στά ἄχυρα».

Νά μᾶς συμπαθᾶτε, ἀλλά ψύλλους χθές δέν εἴδαμε. Ἀπό ἄχυρα καί …σανό, ἄλλο τίποτα.

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ