Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 27 Αὐγούστου 1926
Ἔλαβα χθές ἕνα δελτάριον φίλου ἀπό κάποιαν λουτρόπολιν.
«Περνοῦμε θαυμάσια –μοῦ γράφει– τρῶμε γουρουνόπουλα τοῦ γάλακτος, χορεύομεν μέχρι πρωί, κάνουμε θαλάσσιες ἐκδρομοῦλες μέ ὄμορφα κορίτσια, τραβοῦμε ἐνίοτε στό πεντάρι καί σᾶς θυμούμεθα».
Ἐπῆρα τό δελτάριον καί τό ἔφερα πρός τούς φίλους, τούς ὁποίους ἐνθυμεῖτο ὁ ἐπιστολογράφος, μαζή μου.
―Καθώς, βλέπετε, κύριοι, μᾶς θυμοῦνται ἐκεῖ κάτω.
―Ἄξιος ὁ μισθός των. Τό περίεργον εἶνε ὅτι οἱ κύριοι αὐτοί δέν κάμνουν κανένα λόγον περί ρευματισμῶν. Εἶνε το μόνον πρᾶγμα, φαίνεται, πού δέν ἐνθυμοῦνται πλέον, ἐμουρμούρισε κάποιος ἐκ τῆς παρέας.
―Ἁπλούστατα, τούς ρευματισμούς των μας τούς ἄφησαν ἐμᾶς… εἶπεν ὁ γεροντότερος. Ὅπως γνωρίζετε, κανένας δέν παραλαμβάνει τούς ρευματισμούς του, ὅταν μεταβαίνῃ εἰς τήν λουτρόπολιν. Τοῦ εἶνε μία περιττή ἐνόχλησις.
Καί ἄρχισε νά θωπεύῃ ἐπωδύνως τά γόνατά του.
―Μέ δαιμόνισαν, τώρα τελευταία, οἱ ἄθλιοι.
―Καλά, ἐσύ, τέλος πάντων. Ἔχεις τα χρονάκια σου. Ἐγώ ὅμως;
―Κ’ ἐσύ ρευματισμούς, λοιπόν;
Κάτι χειρότερο, φίλε μου. Ἀρθρίτιδα, γκούτ, κατάλαβες. Ἔχω τήν ἀρρώστια τῶν πλουσίων, ἐνῷ δέν ὑπῆρξα ποτέ πλούσιος στήν ζωή μου. Καί, ἐν τούτοις, τό μεγάλο μου δάχτυλο φαντάζεται ὅτι εἶνε τό δάχτυλο τοῦ Ροκφέλλερ. Καί μέ σουβλάει διαρκῶς.
―Ὥστε, τό μεγάλο δάχτυλο; ἐρώτησεν ἄλλος φίλος. Ἀλλά τότε, φίλε μου, ἔχω κι’ ἐγώ ἀρθρίτιδα, χωρίς νά τό ξέρω, γιά νά ὑπερηφανεύομαι τοὐλάχιστον. Δέν μ’ ἄφησε νά κοιμηθῶ ὅλη τήν νύχτα.
―Γιατί δέν τρίβεσαι μέ καμμιά ἐμπροκαίϋσιον;
Ἐπενέβη ἄλλος φίλος.
―Ὤχ, ἀδελφέ, κι’ ἐσύ μέ τίς ἐμπροκαίϋσιον! Δέν κάνουν τίποτε. Ἐγώ τά δοκίμασα ὅλα στήν ἰσχιαλγία μου καί δέν εἶδα καμμιά ὠφέλεια.
―Ὑποφέρεις, λοιπόν, κ’ ἐσύ ἀπό ἰσχιαλγία;
―Γιατί; Μήπως ὑποφέρεις κ’ ἐσύ;
―Ἐγώ λέει. Μά δέν μέ βλέπεις, φίλε μου, πού ἅμα καθήσῳ στήν καρέκλα δέν μπορῶ νά σηκωθῶ; Ὤχ!
―Μά τότε δέν πρόκειται περί ἰσχιαλγίας. Ἡ δική σου θά εἶναι ὀσφυαλγία, λομπάγκο…
Τέλος πάντων, ἀνεκαλύφθη ὅτι ὅλοι μας εἴχαμεν κάτι τί ἀπό τά δεινά, διά τά ὁποῖα ὁ Θεός ἔδωκεν εἰς τούς ἀνθρώπους τά μυστηριώδη βάλσαμα τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς. Καί ὅμως, κανείς μας δέν εὑρίσκετο εἰς τήν λουτρόπολιν.
―Πού κεῖται, λοιπόν, ἡ λουτρόπολις; διηρωτήθημεν.
Ἐπήραμεν ἀμέσως ἕνα δελτάριον καί ἐγράψαμεν πρός τόν φίλον, πού μᾶς εἶχεν ἐνθυμηθῇ ἀπό τάς πηγάς.
«Περνοῦμε ἔξοχα. Ἔχομεν τούς ρευματισμούς μας, τήν ἀρθρίτιδά μας, τήν ἰσχιαλγίαν μας, τό λομπάγκο μας. Δέν τρῶμε γουρουνοπούλα τοῦ γάλακτος, δέν κάνουμε θαλάσσιες ἐκδρομοῦλες μέ ὄμορφα κορίτσια, δέν τραβοῦμε στό πεντάρι. Τριβόμεθα μέ διάφορες ἐμπροκαίϋσιον καί σᾶς ἐνθυμούμεθα».
Καί ὑπεγράψαμεν, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά θεραπευθῶμεν κάποτε ἀπό τούς ρευματισμούς μας, διά νά μεταβῶμεν, μέ τήν σειράν μας, εἰς τήν λουτρόπολιν.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

