Ἄνοιξα χθές τό «καπώ» τοῦ παλιοῦ μου αὐτοκινήτου, μιᾶς «Μπέ-ἐμ-βέ» 1602, μοντέλο τοῦ 1971, πού ἀγόρασα σέ νεαρά ἡλικία, ὅταν ἐργαζόμουν ὡς μουσικός.
Θά μποροῦσα νά τήν χαρακτηρίσω καί… ἱστορική, ἀφοῦ ἀπό αὐτήν ἐμπνεύσθηκε ὁ ἀειθαλής «ρόκ στάρ» Ἠλίας Ἀσβεστόπουλος καί ὀνόμασε τό συγκρότημά του «2002 GR», πιστεύοντας, προφανῶς, ὅτι τό αὐτοκίνητο μέ τό ὁποῖο κάναμε τίς βόλτες μας στόν Πειραιᾶ τοῦ ’70 ἦταν τό «2002», ἀλλά αὐτά ἀνήκουν πλέον στήν Ἱστορία…
Ἄνοιξα, λοιπόν, τό «καπώ» τῆς μηχανῆς, τό στερέωσα μέ τό «σίδερο», πού ἔπρεπε νά τό τοποθετήσω ἐγώ, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχαν τότε «ὑδραυλικοί ἀνυψωτῆρες», καί κοιτοῦσα τήν μηχανή.
Ὅλα τακτοποιημένα, στήν θέση τους, καθαρά, γυαλισμένα, ἕτοιμα νά δεχθοῦν τήν παρέμβαση τοῦ μηχανικοῦ ἤ τοῦ ἰδιοκτήτη, χωρίς νά ἀπαιτεῖται ἡ σύνδεση μέ τόν «ἐγκέφαλο», χωρίς φωτάκια νά ἀναβοσβήνουν καί χωρίς νά ὑπάρχουν ἐνδείξεις γιά «βλάβες ἤ παραλείψεις», ὅπως γίνεται σήμερα, χωρίς τήν ἀνθρώπινη παρέμβαση… Θυμᾶμαι,τίς Κυριακές, πού εἴχαμε χρόνο, ἐπόπτευα τόν μεγάλο μου ἀδελφό, πού ἦταν ἠλεκτρολόγος καί μηχανικός καί ἀπολάμβανε τό «σκάλισμα» τοῦ δικοῦ μου ὀχήματος.
Πῶς λύναμε τόν «παππᾶ», πῶς «ξεμπουκώναμε» τό καρμπυρατέρ, βάζοντας τό χέρι μας στό στόμιο, «μαρσάροντας» τό γκάζι καί τραβῶντας ἀπότομα τήν παλάμη, πῶς «ἀφουγκραζόμασταν» τόν ἦχο, πῶς καθαρίζαμε τό φίλτρο, πού πολλές φορές τό πλέναμε καί τό ἀφήναμε νά στεγνώσει.
Τό αὐτοκίνητο ἦταν ἕνα κομμάτι ἀπό τήν ζωή μας. Δενόμασταν μαζί του, τό ἀπολαμβάναμε, κρατούσαμε τά «νίκελ» γυαλισμένα, εἴχαμε ἐκεῖνο τό ἐργαλειάκι, σάν θερμόμετρο, μέ τό ὁποῖο μετρούσαμε τήν πίεση τῶν ἐλαστικῶν.
Ὅλα ἦταν ἐκεῖ, μπροστά μας, γνωρίζαμε τήν θέση τοῦ κάθε ἐξαρτήματος, ἀλλάζαμε μόνοι μας κάποια «σωληνάκια» καί, κυρίως, τούς σωλῆνες τοῦ ψυγείου. Θυμᾶμαι, λοιπόν, ὅταν πήγαινα γιά πρόβα στό κέντρο διασκεδάσεως πού ἐργαζόμουν τά βράδυα, παράλληλα μέ τίς σπουδές, πού ὁ Γιῶργος Ζαμπέτας, ὁ ὁποῖος εἶχε τήν δική του ἀγάπη, τήν «Μερσεντέ» του, μοῦ ἔλεγε «Ἀμάν, ρέ γιατρέ, οὔτε ὁ Βασιλάκης Καΐλας δέν γυαλίζει καλύτερα ἀπό ἐσένανε», ἀφοῦ φρόντιζα ἡ «μπέμπα» μου νά εἶναι πάντα καθαρή καί νά «ἀστράφτει».
Φυσικά, τήν ἔπλενα μόνος, μέ τό «λάστιχο» καί τό σφουγγάρι…
Πῶς νά φροντίσεις σήμερα μόνος τό αὐτοκίνητό σου, ὅταν ἡ μηχανή εἶναι, ἀφ΄ ἑαυτῆς της, ἕνα μικρό ἐργοστάσιο! Πῶς νά «πιάσεις τόν σφυγμό» της ἄν δέν καταφύγεις στόν ἠλεκτρονικό ὑπολογιστή, ὁ ὁποῖος, ἐν ριπῇ, θά σοῦ δείξει τά σημεῖα πού χρειάζονται προσοχή καί θά καταμετρήσει αὐθωρεί τήν –ὅποια– βλάβη;
Βεβαίως, ὅλα αὐτά ἁπλοποίησαν τήν ζωή μας, ἀλλά, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, χάνουμε ἐκεῖνο τό συναίσθημα πού τραγούδησε ὁ Ζαμπέτας.
«Τό δικό μου τό ἁμάξι ἦταν φίνο καί ἐντάξει / καί μοῦ ἔκανε τά κέφια καί τήν τρέλλα μου»…
Ποῦ νά σοῦ μείνει σήμερα καιρός γιά νά ἀσχοληθεῖς μέ τά «μηχανικά», νά σφίξεις κάποια βίδα γιά νά ρυθμίσεις τίς «στροφές», νά πιάσεις στά χέρια σου τό «στουπί», τοῦ ὁποίου τήν ὕπαρξη καί τήν χρησιμότητα ἀγνοοῦν οἱ νέες γενιές. Ὅσο πάει καί λιγοστεύει ἡ χρησιμότης τοῦ ἀνθρώπου…

