Καθώς κατεβαίναμε τόν δρόμο πρός τήν Ψάθα, θαύμαζα τό καταπράσινο πευκοδάσος.
Εἴχαμε διασχίσει ὅλο τόν δρόμο ἀπό τήν Μάνδρα ἕως τά Βίλια, εἴχαμε δεῖ τίς μαῦρες περιοχές ἀπό τίς πυρκαϊές τῶν περασμένων ἐτῶν καί τώρα, ἔχοντας στρίψει ἀριστερά τήν διασταύρωση πρός Βίλια, εἴχαμε βρεθεῖ στόν τελευταῖο ἐναπομένοντα παράδεισο… Ὅλη ἐκείνη ἡ διαδρομή, ἀπό τά Βίλια (Εἰδυλλία ἐπέμενε νά ἀποκαλεῖ τήν κωμόπολη ὁ πατέρας μας) πρός τό Πόρτο-Γερμενό («Τί εἶναι αὐτές οἱ ἀηδίες; Αἰγόσθενα ὀνομάζεται ἡ περιοχή» ἔλεγε ὁ πατέρας) ἦταν γιά μᾶς, τά καλοκαίρια, ὁ παράδεισος τοῦ Σαββατοκύριακου.
Οἰκογενειακῶς ἐκδρομή, στήν καρότσα τοῦ φορτηγοῦ τοῦ ἐργολάβου Βαρωνάκη, οἰκογενειακοῦ μας φίλου, φθάναμε ἀργά τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου πότε στά Αἰγόσθενα καί πότε στήν Ψάθα, ἁπλώναμε τά στρωσίδια στά βότσαλα , ἔβγαιναν ἀπό τίς πάνινες τσάντες τά σκεύη μέ τό πρόχειρο φαγητό, ἔβγαιναν καί οἱ κιθάρες καί ἀκολουθοῦσε συνήθως ἕνα βραδινό γλέντι, πλάι στήν πεντακάθαρη θάλασσα…
Αὐτά σκεπτόμουν, πρίν δυό ἑβδομάδες, ὅταν, μέ φίλους, ἀποφασίσαμε νά πᾶμε γιά μπάνιο στήν Ψάθα. Βέβαια, καμμία σχέση μέ τήν παραλία πού πηγαίναμε τότε, ἀλλά τό δάσος, ὑπέροχο ὅπως τότε, παρά τήν σχεδόν ἀφόρητη ζέστη. Καί στήν παραλία, σειρά οἱ καφετέριες, μέ «ξαπλῶστρες» καί μέ «ἐλάχιστη κατανάλωση»… Ἡ θάλασσα, ὅμως, ἴδια, δροσερή, νά τήν πιεῖς στό ποτήρι…
«Εὐτυχῶς, ἐδῶ δέν τά ἔχουν κάψει ἀκόμη», εἶπα,. «Τί ἐννοεῖς “ἀκόμη”; Εἶσαι βέβαιος ὅτι θά καοῦν κι αὐτά τά μέρη;» εἶπε ὁ φίλος πού ὁδηγοῦσε. «Δέν θέλω νά γίνομαι μάντης κακῶν, ἀλλά νομίζω ὅτι σ’ αὐτή τήν χώρα, καί κυρίως στήν Ἀττική, κάθε καλοκαίρι θρηνοῦμε κι ἀπό ἕνα δάσος!»…
«Δέν μοῦ κοβόταν ἡ γλῶσσα!» σκεπτόμουν χθές, βλέποντας τήν καταστροφή στόν τελευταῖο μεγάλο δασικό πνεύμονα τῆς Ἀττικῆς, παρακολουθῶντας, ἀπό τήν ἀκτή τοῦ Αἰαντείου, στήν Σαλαμῖνα, τόν καπνό νά ἔρχεται ἀπό τήν φλεγόμενη περιοχή καί νά ἁπλώνεται στόν μέχρι πρίν λίγη ὥρα καθαρό οὐρανό…
Ἦταν τρομακτικό τό θέαμα, νά βλέπεις νά πυκνώνει συνεχῶς ὁ καπνός καί νά καλύπτεται ἡ ἀπέναντι ἀκτή τῆς Βοιωτίας.
Μπορεῖ νά εἶμαι ἐμμονικός, ἀλλά δέν μπορῶ νά δεχθῶ αὐτά πού λέγονται συνεχῶς γιά τίς κολῶνες τῆς ΔΕΗ καί τούς σπινθῆρες. Πιστεύω ἀπολύτως ὅτι τό συντριπτικό ποσοστό τῶν πυρκαϊῶν ὀφείλονται σέ ἀνθρώπινο χέρι. Δέν δέχομαι ὅτι, συμπτωματικῶς, οἱ στῦλοι τῆς ΔΕΗ στέλνουν σπινθῆρες ὅταν ἀρχίζουν νά πνέουν θυελλώδεις ἄνεμοι! Θές εἶναι τρελλοί πυρομανεῖς, θές εἶναι βαλτοί ἀπό κάποια συμφέροντα (μπορεῖ καί ἐκτός Ἑλλάδος), ἀνθρώπινα χέρια εἶναι ἐκεῖνα πού καταστρέφουν τά δάση. Δέν εἴμαστε Καλιφόρνια ἤ Εὐρώπη, ὅπου τά δάση εἶναι τεράστια, πυκνά καί ἀπέραντα. Ἐδῶ τά δάση (στήν Ἀττική τοὐλάχιστον) εἶναι λιγοστά καί ἡ πολιτική τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ἔχει ἐπιτρέψει νά ξεφυτρώνουν οἰκισμοί ὁλόκληροι στά ἀποκαΐδια…
Ἐπιμένω, ἐπειδή ἔχω ἐπίγνωση τῶν ὅσων συμβαίνουν σ’ αὐτό τόν τόπο καί τό πόσο μακριά ἀπό τήν οἰκολογική εὐαισθησία βρίσκεται ὁ μέσος Ἕλληνας, πού ἔχει κάνει τρόπο ζωῆς τό «τσιμέντο νά γίνει».

