Ὄχι «Καλές γιορτές», ἀλλά «Καλά Χριστούγεννα»!

Τί θά πεῖ, ἀλήθεια, «Καλές Γιορτές»; Καταργοῦμε τήν παραδοσιακή εὐχή «Καλά Χριστούγεννα»; Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι δέν πρόκειται γιά ντιρεκτίβα, ἀλλά γιά κάποιον μοντερνισμό, πού θά περάσει.

Φαίνεται ὅτι καί ἡ Εὐρώπη ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι πρέπει νά στραφεῖ στίς παραδόσεις καί τίς ἀρχές ἐπί τῶν ὁποίων κτίσθηκε τό δυτικό οἰκοδόμημα. Δηλαδή στόν Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος, παρά τά λάθη ἐκείνων πού τόν ἐμπορεύθηκαν καί ἐκείνων πού ἐξακολουθοῦν νά τόν θεωροῦν «μέσον», παραμένει ἡ δυνατή καί ἀκλόνητη βάση τοῦ πολιτισμοῦ μας. Τώρα θά πεῖτε ὅτι στήν ἐποχή τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης, στήν ἐποχή τῆς κατακτήσεως τοῦ Διαστήματος καί τῶν ἁλμάτων πού πραγματοποιοῦν οἱ Ἐπιστῆμες, μπορεῖς νά μιλᾶς γιά τό βρέφος πού ζεσταινόταν μέ τά χνῶτα τῶν ζώων, γιά τήν ἀειπάρθενο Μαρία καί τά λοιπά, πού συνοδεύουν αὐτό τό πανέμορφο παραμύθι; Δύσκολο τό βλέπω. Ἀλλά ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι μόνον Ἱστορία. Εἶναι κοσμοθεωρία, τρόπος ζωῆς, τρόπος ἐπικοινωνίας, καταφυγή, παρηγοριά, ἀνάγκη. Ὅπως τό πάρει κανείς.

Ἀλλά πῶς νά ἀρνηθεῖς τό μεγαλεῖο καί συγχρόνως τήν ταπεινότητα τοῦ νοήματος τῶν Χριστουγέννων; Τό «παραμύθι», πού τό μαθαίναμε παιδιά, μέ τό «Θεῖον βρέφος» καί μέ τά σχολικά τραγούδια, μποροῦσε νά ἐνσταλάξει στίς παιδικές μας ψυχές τρυφερότητα καί γαλήνη.

Μπορεῖ νά μήν εἴχαμε τίς σημερινές ἀνέσεις, μπορεῖ νά μήν εἴχαμε τίς σημερινές προσλαμβάνουσες, ἀλλά ὑπῆρχε πάντα ἡ ἐλπίδα ὅτι «αὔριο θά εἶναι ὅλα καλύτερα», ἐκεῖνο, δηλαδή, πού λείπει ἀπό τήν σημερινή ἐποχή τῆς –δήθεν– ἀφθονίας.

Θυμᾶμαι ἀκόμη τά ξημερώματα τῶν Χριστουγέννων, πού ξεκινοῦσε ἀπό τό σπίτι μας ἡ πομπή γιά τόν ὄρθρο. Πέντε τό πρωί, σκοτάδι ἀκόμη, οἱ γονεῖς μπροστά καί πίσω τά πέντε παιδιά, προχωρούσαμε πρός τόν ναό. Καί ὁ χωμάτινος δρόμος γέμιζε ἀπό οἰκογένειες, πού ἀκολουθοῦσαν τήν ἴδια πορεία.

Καί τό πρωί, πού εἶχε πλέον φέξει γιά τά καλά καί παίρναμε καί τό ἀντίδωρο ἀπό τά χέρια τοῦ ἱερέως, ἐπιστρέφαμε σπίτι, ὅπου μᾶς περίμενε ἡ ζεστή σούπα, ἀπό τήν γαλοπούλα, ἡ ὁποία στήν συνέχεια θά ἔμπαινε στόν φοῦρνο γιά τό μεσημέρι.

Ἁπλά πράγματα, πού σήμερα μοιάζουν πολύ παλιά, καθώς ἡ ἱεροτελεστία τῶν ἡμερῶν ἔχει δώσει τήν θέση της σέ ἕναν ἄκρατο καταναλωτισμό (ἀκόμη καί σέ ἐποχή ἀχαλίνωτης ἀκρίβειας.) Τότε δέν ὑπῆρχε αὐτός ὁ καταιγισμός τῶν διαφημίσεων. Δέν ὑπῆρχε καί ἡ τηλεόραση. Στό ραδιόφωνο «Κωτσόβολος» ἤ «Ράδιο Ἀθῆναι», «Πίτσος» καί «Ἰζόλα», «Ψυγεῖα Ἄλπεις» καί «Μακαρόνια Μίσκο». Ἐπιχειρήσεις ἀπολύτως ἑλληνικές, ὑγιεῖς καί πανάξιες.

Χάθηκε ἡ μαγεία, ἔφυγε ἐκεῖνο τό ἁπαλό πέπλο, πού σκέπαζε τίς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων καί τῆς Πρωτοχρονιᾶς. Ἔβλεπα προχθές, στόν Πειραιᾶ, νά ἀνάβουν τά φῶτα τοῦ δένδρου τῆς πλατείας μέ «συναυλία» ἑνός καλλιτέχνη πού μόνο Χριστούγεννα δέν θύμιζαν τά τραγούδια τοΥ! Καί γύρω, ὁ κόσμος λικνιζόταν στόν ρυθμό (καμηλιέρικα τά περισσότερα) καί ἀπολάμβανε. Ἄλλαξαν οἱ ἐποχές, τά γοῦστα, ὁ τρόπος πού ἀντιλαμβάνεται ὁ κόσμος τίς «ἅγιες ἡμέρες».

Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι ὁ ἰσλαμικός ἐπεκτατισμός ἔχει γίνει ἀντιληπτός καί ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἡ Δύση, γενικώτερον, θά ἐπιστρέψει στήν παράδοση καί τίς ἀρχές της. Μακάρι νά ἔχουμε βάλει μυαλό…

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!