Ὁ δάσκαλος, ὁ φίλος, ὁ πρίγκηπας, Νότης Μαυρουδῆς

«Αὐτόν πρέπει νά τόν ἀκούσεις. Ὁ Σεγκόβια τόν ἔχει ἀποκαλέσει Πρίγκηπα!»

Ὁ ἄνθρωπος πού μέ ἔμαθε νά ἀγαπῶ τήν κιθάρα, ὁ Ἀνδρέας Κωνσταντίνου, πού ἔμελλε νά γίνει ἀργότερα πεθερός μου, μοῦ μίλησε, τό 1968, γιά τόν Νότη Μαυρουδῆ. Καί ἀπό τότε παρέμεινα θαυμαστής καί φίλος του, καθώς τόν γνώρισα κάμποσα χρόνια ἀργότερα, σέ μιά «φιλολογική βραδυά» στό σπίτι –ἕναν ἡμιόροφο μιᾶς πολυκατοικίας στόν Πειραιᾶ– τοῦ ποιητῆ Μιχάλη Χρυσοχόου.

Καμμιά εἰκοσαριά ἄτομα, σέ ἕναν χῶρο εἴκοσι τετραγωνικῶν, ἀκούγαμε τήν θεία μουσική του… Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο εὐγενῆ, ταπεινό, ἀλλά κολοσσιαῖο κιθαριστή, πού ἔδωσε στό ὄργανο «κάτι» πού τοῦ ἔλειπε. Τήν σύνδεση μέ τήν μουσική τῶν “Beatles”!

Εἶχα θαυμάσει καί μελετήσει ἐκτενῶς ἕνα κείμενό του στήν «Αὐγή» τό 1975, ὅπου, χωρίς μισόλογα, χρέωνε στήν Ἀριστερά τήν προσπάθεια νά πείσει τήν νεολαία, ὅτι οἱ “Beatles” ἦταν «ἕνα ἀκόμη κατασκεύασμα τοῦ καπιταλισμοῦ» καί ἄλλα πολλά, μέ τά ὁποῖα, μέχρι τότε, πάσχιζε ἡ στενόμυαλη Ἀριστερά τῆς ἐποχῆς νά κρατήσει τούς νέους μακρυά ἀπό τό «κακό» τῆς πόπ-ρόκ μουσικῆς, ἡ ὁποία εἶχε ἤδη κατακτήσει τόν κόσμο. Γιά ἐμᾶς, τούς «ροκᾶδες», ἦταν ἕνα κείμενο-λύτρωση, καθώς τό «πολιτικό» τραγούδι (καί ὅ,τι ἄλλο παραπλήσιο) σάρωνε τήν χώρα ἐκεῖνα τά χρόνια. Καί ὁ Μαυρουδῆς ἔβγαινε νά πεῖ καθαρά, μέσα ἀπό τήν ἐφημερίδα τῆς «ἄλλης Ἀριστερᾶς» (αὐτή ἦταν τότε ἡ «Αὐγή»), ὅτι ἡ μουσική πού ἄκουγαν οἱ νέοι ἦταν ἡ ἀληθινή καί δυναμική ἐπανάσταση!

Ἔτσι, ὅταν γνωρίστηκα μαζί του καί ἔχοντας λιώσει στό πίκ-ἄπ μου τόν δίσκο πού ἔφτιαξε μέ τήν διασκευή μέρους τοῦ ἔργου τῶν “Beatles” γιά κλασσική κιθάρα, δίσκος μέ παγκόσμια ἀπήχηση καί ἀποδοχή, εἶχα τόσα νά τοῦ πῶ. Καί τά εἴπαμε πολλές φορές ἀπό τότε, πάντα μέ τό χέρι στήν καρδιά, ὅπως συνήθιζε νά μιλᾶ ὁ ἀξέχαστος φίλος. Τοῦ ἔλεγα πόσο θαύμασα ἐκεῖνο τό πρωτοπόρο ἄκουσμα στό «Ἄκρη δέν ἔχει ὁ οὐρανός», μιά μπαλλάντα σέ στίχους τοῦ ἀξέχαστου Γιάννη Κακουλίδη, πόσο μοῦ ἄρεσε ἡ βαθιά μελωδία τοῦ «Ἦταν μεγάλη ἡ νύχτα», πού τραγούδησε στό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ἡ Σούλα Μπιρμπίλη καί πῆρε τό πρῶτο βραβεῖο, καί πάντα κατέληγα στό «Πρωινό τσιγάρο», ἕνα ζεϊμπέκικο πού θά μποροῦσε νά ἔχει γράψει ὁ Βίλλα Λόμπος (ὁ Νότης τόν λάτρευε) ἤ νά τό ἔπαιζε ὁ Τζών Οὐίλλιαμς! «Εἶσαι ὑπερβολικός» μοῦ ἀπαντοῦσε, ἀλλά πίστευα καί πιστεύω ὅτι τό συγκεκριμένο ἔργο, πού περιβάλλει τόν στίχο τοῦ Ἄλκη Ἀλκαίου μέ μοναδική τρυφερότητα καί μαστοριά, ἦταν ἡ φωτογραφία τῆς ψυχῆς τοῦ Νότη Μαυρουδῆ. «Δέν μπορεῖς πιά νά κρυφτεῖς, αὐτό τό κομμάτι εἶναι “πολαρόιντ”. Σέ ἀπαθανάτισε μιά κι ἔξω!» τοῦ ἔλεγα…

Λάτρης τοῦ ἁπλοῦ καί τοῦ ὡραίου, ἀλλά καί μάστορας γιά κάθε τί μέ τό ὁποῖο καταπιανόταν, ἔφυγε ἀπό τήν ζωή μέ ἕναν περίεργο τρόπο, «ἄδοξα», ὅπως πολλοί ἔγραψαν καί εἶπαν. Ἔφυγε ἐκεῖ, στό Πήλιο, πού ἀγαποῦσε, προσπαθῶντας νά «μαστορέψει» κάτι. Ὁ Νότης Μαυρουδῆς, ὁ «Πρίγκηπας», ὄχι μόνο τῆς κιθάρας, πού δίδαξε ἦθος καί συνέπεια. «Ἄκρη δέν ἔχει ὁ οὐρανός», φίλε. Κι ἐκεῖ, πάλι θά γράφεις καί θά «μαστορεύεις». Στό καλό, ἄξιε ἄνθρωπε…

Απόψεις

ΗΠΑ: Ἡ νίκη στίς ἐνδιαμέσους ἐκλογές δέν ἀρκεῖ γιά τούς Δημοκρατικούς

Εφημερίς Εστία
Ἡ δυσαρέσκεια γιά τό κόστος ζωῆς τούς ἐνισχύει, ἀλλά ἡ πιθανή ἀνάκτησις τοῦ ἐλέγχου τοῦ Κογκρέσσου δέν φθάνει ὥστε νά ὑπάρξει ἄμεσος ἀνακούφισις γιά τά ἀμερικανικά νοικοκυριά

Οἱ μέρες τοῦ ’31 πού ἔστρωσαν τόν δρόμο γιά τήν Κατοχή καί τό Ὁλοκαύτωμα στήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
«Ἑκούσιο πάθος καί πυρετός καθ’ ἕξιν» εἶναι γιά τόν πεζογράφο καί δημοσιογράφο τῆς Θεσσαλονίκης τό μυστήριο τῆς ἔμπνευσης καί τοῦ γραψίματος.

Οἱ «Ἵπποι τοῦ Ἁγίου Μάρκου»: Ἕνα ταξίδι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Βενετία

Εφημερίς Εστία
Τέσσερα χάλκινα ἄλογα, αἰῶνες Ἱστορίας καί ἕνα ταξίδι πού συνδέει τήν Ἀρχαιότητα, τό Βυζάντιο, τήν Βενετία καί τόν Ναπολέοντα

Συμβαίνουν καί ἀλλοῦ, ἀλλά χωρίς κραυγές

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ σιδηροδρομική τραγωδία (ἡ δεύτερη μέσα σέ λίγους μῆνες) στήν Ἱσπανία καλό θά εἶναι νά μᾶς διδάξει μερικά πράγματα

Ἐργαστήριο παραγωγῆς… Ἑλληνισμοῦ τό Κέντρο Πολιτισμοῦ Τασκένδης

Εφημερίς Εστία
«Δάκρυσα ἀπό τήν συγκίνηση, ὅταν στήν γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου τραγούδησαν τό “Ἡ Ἑλλάδα ποτέ δέν πεθαίνει”. Τότε, στήν πρόβα, τρελλάθηκα. Δάκρυσα»