ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ὁ δάσκαλος, ὁ φίλος, ὁ πρίγκηπας, Νότης Μαυρουδῆς

«Αὐτόν πρέπει νά τόν ἀκούσεις. Ὁ Σεγκόβια τόν ἔχει ἀποκαλέσει Πρίγκηπα!»

Ὁ ἄνθρωπος πού μέ ἔμαθε νά ἀγαπῶ τήν κιθάρα, ὁ Ἀνδρέας Κωνσταντίνου, πού ἔμελλε νά γίνει ἀργότερα πεθερός μου, μοῦ μίλησε, τό 1968, γιά τόν Νότη Μαυρουδῆ. Καί ἀπό τότε παρέμεινα θαυμαστής καί φίλος του, καθώς τόν γνώρισα κάμποσα χρόνια ἀργότερα, σέ μιά «φιλολογική βραδυά» στό σπίτι –ἕναν ἡμιόροφο μιᾶς πολυκατοικίας στόν Πειραιᾶ– τοῦ ποιητῆ Μιχάλη Χρυσοχόου.

Καμμιά εἰκοσαριά ἄτομα, σέ ἕναν χῶρο εἴκοσι τετραγωνικῶν, ἀκούγαμε τήν θεία μουσική του… Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο εὐγενῆ, ταπεινό, ἀλλά κολοσσιαῖο κιθαριστή, πού ἔδωσε στό ὄργανο «κάτι» πού τοῦ ἔλειπε. Τήν σύνδεση μέ τήν μουσική τῶν “Beatles”!

Εἶχα θαυμάσει καί μελετήσει ἐκτενῶς ἕνα κείμενό του στήν «Αὐγή» τό 1975, ὅπου, χωρίς μισόλογα, χρέωνε στήν Ἀριστερά τήν προσπάθεια νά πείσει τήν νεολαία, ὅτι οἱ “Beatles” ἦταν «ἕνα ἀκόμη κατασκεύασμα τοῦ καπιταλισμοῦ» καί ἄλλα πολλά, μέ τά ὁποῖα, μέχρι τότε, πάσχιζε ἡ στενόμυαλη Ἀριστερά τῆς ἐποχῆς νά κρατήσει τούς νέους μακρυά ἀπό τό «κακό» τῆς πόπ-ρόκ μουσικῆς, ἡ ὁποία εἶχε ἤδη κατακτήσει τόν κόσμο. Γιά ἐμᾶς, τούς «ροκᾶδες», ἦταν ἕνα κείμενο-λύτρωση, καθώς τό «πολιτικό» τραγούδι (καί ὅ,τι ἄλλο παραπλήσιο) σάρωνε τήν χώρα ἐκεῖνα τά χρόνια. Καί ὁ Μαυρουδῆς ἔβγαινε νά πεῖ καθαρά, μέσα ἀπό τήν ἐφημερίδα τῆς «ἄλλης Ἀριστερᾶς» (αὐτή ἦταν τότε ἡ «Αὐγή»), ὅτι ἡ μουσική πού ἄκουγαν οἱ νέοι ἦταν ἡ ἀληθινή καί δυναμική ἐπανάσταση!

Ἔτσι, ὅταν γνωρίστηκα μαζί του καί ἔχοντας λιώσει στό πίκ-ἄπ μου τόν δίσκο πού ἔφτιαξε μέ τήν διασκευή μέρους τοῦ ἔργου τῶν “Beatles” γιά κλασσική κιθάρα, δίσκος μέ παγκόσμια ἀπήχηση καί ἀποδοχή, εἶχα τόσα νά τοῦ πῶ. Καί τά εἴπαμε πολλές φορές ἀπό τότε, πάντα μέ τό χέρι στήν καρδιά, ὅπως συνήθιζε νά μιλᾶ ὁ ἀξέχαστος φίλος. Τοῦ ἔλεγα πόσο θαύμασα ἐκεῖνο τό πρωτοπόρο ἄκουσμα στό «Ἄκρη δέν ἔχει ὁ οὐρανός», μιά μπαλλάντα σέ στίχους τοῦ ἀξέχαστου Γιάννη Κακουλίδη, πόσο μοῦ ἄρεσε ἡ βαθιά μελωδία τοῦ «Ἦταν μεγάλη ἡ νύχτα», πού τραγούδησε στό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ἡ Σούλα Μπιρμπίλη καί πῆρε τό πρῶτο βραβεῖο, καί πάντα κατέληγα στό «Πρωινό τσιγάρο», ἕνα ζεϊμπέκικο πού θά μποροῦσε νά ἔχει γράψει ὁ Βίλλα Λόμπος (ὁ Νότης τόν λάτρευε) ἤ νά τό ἔπαιζε ὁ Τζών Οὐίλλιαμς! «Εἶσαι ὑπερβολικός» μοῦ ἀπαντοῦσε, ἀλλά πίστευα καί πιστεύω ὅτι τό συγκεκριμένο ἔργο, πού περιβάλλει τόν στίχο τοῦ Ἄλκη Ἀλκαίου μέ μοναδική τρυφερότητα καί μαστοριά, ἦταν ἡ φωτογραφία τῆς ψυχῆς τοῦ Νότη Μαυρουδῆ. «Δέν μπορεῖς πιά νά κρυφτεῖς, αὐτό τό κομμάτι εἶναι “πολαρόιντ”. Σέ ἀπαθανάτισε μιά κι ἔξω!» τοῦ ἔλεγα…

Λάτρης τοῦ ἁπλοῦ καί τοῦ ὡραίου, ἀλλά καί μάστορας γιά κάθε τί μέ τό ὁποῖο καταπιανόταν, ἔφυγε ἀπό τήν ζωή μέ ἕναν περίεργο τρόπο, «ἄδοξα», ὅπως πολλοί ἔγραψαν καί εἶπαν. Ἔφυγε ἐκεῖ, στό Πήλιο, πού ἀγαποῦσε, προσπαθῶντας νά «μαστορέψει» κάτι. Ὁ Νότης Μαυρουδῆς, ὁ «Πρίγκηπας», ὄχι μόνο τῆς κιθάρας, πού δίδαξε ἦθος καί συνέπεια. «Ἄκρη δέν ἔχει ὁ οὐρανός», φίλε. Κι ἐκεῖ, πάλι θά γράφεις καί θά «μαστορεύεις». Στό καλό, ἄξιε ἄνθρωπε…

Απόψεις

Εφημερίς Εστία
Η νέα έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος «Το έγκλημα και η τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που παρουσιάζουν οι εκδόσεις Historia, δεν συνιστά απλώς μια ακόμη επανέκδοση κλασικού έργου, αλλά την αποκατάσταση ενός κεφαλαίου της νεοελληνικής φιλολογικής Ιστορίας.

1.500 ἀνέκδοτες ἐπιστολές τοῦ Κολοκοτρώνη στήν δημοσιότητα

Εφημερίς Εστία
Μουσεῖο στήν μνήμη τοῦ ἥρωος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἱδρύει ἡ οἰκογένεια Στασινοπούλου – Ἀνακοινώσεις στίς 23 Μαρτίου – Ἡ ἀλληλογραφία του μέ τήν Ἐθνοσυνέλευση γιά τόν Καποδίστρια

Τό πολιτισμικό πρόβλημα: Δέν ἀντέχουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον!

Μανώλης Κοττάκης
Ὁ λαϊκισμός καί ὁ ἐλιτισμός, τό ἐθνικό καί τό ὑπερεθνικό

Ζήτημα ἀξιοπιστίας τῶν θεσμῶν ἔθεσε ὁ κ. Δένδιας

Εφημερίς Εστία
«Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά ὑπερασπίζει τήν λογική ὅτι ἡ ἡγεσία τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νά ἐπιλέγεται ἀπό τήν ἑκάστοτε Κυβέρνηση;»

Ἡ κατά Γεώργιον Ζαμπέτα «ψυχούλα» καί ἡ Ἀποκριά

Δημήτρης Καπράνος
Εἶναι ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τά ἀποδημητικά πουλιά, πού ἔρχονται καί ξαποσταίνουν στά λιγοστά νερά τοῦ Κηφισοῦ, στήν παραλία τοῦ Μοσχάτου. Χιλιάδες χρόνια τώρα, ἔρχονται ἀπό ἔνστικτο κι ἄς ἔχει μπαζωθεῖ κατά τρόπο αἰσχρό τό ποτάμι.