Ἡ ἐποχή τῶν τροβαδούρων καί μιά κότα στρουμπουλή…

Διάβασα αὐτές τίς μέρες κάποια κείμενα γιά τόν Νῖκο Γούναρη…

… τόν ὑπέροχο τροβαδοῦρο μέ τήν βελούδινη φωνή, ὅπως ἔλεγε ὁ πατέρας μου. Τόν Γούναρη, πού πρίν ἀπό τήν ἐπέλαση τοῦ λαϊκοῦ τραγουδιοῦ, κρατοῦσε τά σκῆπτρα τοῦ ἐλαφροῦ, μέ ἀρκετές δόσεις δημώδους, καί τό Ἐθνικόν Ἵδρυμα Ραδιοφωνίας μετέδιδε τά τραγούδια τῶν ἐκπροσώπων ἐκείνης τῆς σχολῆς, μέ κορυφαία τήν τριάδα Νῖκος Γούναρης, Φώτης Πολυμέρης καί Τώνης Μαρούδας.

Ὅσο ὑπάρχει ὁ Γούναρης δέν μπορεῖ τό λαϊκό νά σηκώσει κεφάλι, εἶχε πεῖ τότε ὁ Βασίλης Τσιτσάνης παραδεχόμενος τήν δημοφιλία καί τήν λατρεία τοῦ κόσμου γιά τόν Γούναρη.

Διάβασα στό πολύ καλό ogdoo.gr μιά ὄμορφη ἀναφορά στόν Γούναρη.

Κι ἔμαθα ὅτι υπάρχει μιά παλιά γειτονιά στήν Ἀθήνα, στά σύνορα τῆς Νέας Σμύρνης μέ τό Παλαιό Φάληρο, στήν ὁδό Γούναρη, ὅπου ἴνδαλμά της τότε ἦταν ὁ τροβαδοῦρος.

Ἡ μαγκιά δέν κυκλοφοροῦσε τότε, μόνο τό ἐλαφρό τραγούδι. Ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα θεωροῦντο παράνομα, καί δέν τά κυνηγοῦσε ὁ κόσμος. Τά βαριά ἦταν στίς Τζιτζιφιές. Τσιτσάνης καί… καί… καί. Δέν πλησιάζαμε ἐκεῖ, ἰδιαίτερα ἡ νεολαία δηλαδή, θυμᾶται ἕνας ἀπό τούς πρώτους κατοίκους τῆς περιοχῆς, ὁ Ἀνδρέας Ραφτόπουλος, πρώην παγοπώλης. Αὐτοί ὅλοι, Γούναρης, Πολυμέρης, Μαρούδας, ἦταν ὅλοι μία σειρά. Ἀρχές τοῦ ’50. Τό ραδιόφωνο τό πρωί εἶχε ὁρισμένες ὧρες πού ἔπαιζε τά τραγούδια αὐτά. Ξέραμε ἐμεῖς τί ὥρα θά ἔπαιζε Γούναρη κι ἔρχονταν τά κορίτσια τῆς γειτονιᾶς καί περιμέναμε ν’ ἀκούσουμε τόν Γούναρη. Μερακλώναμε καί μετά πηγαίναμε σχολεῖο! Ἐδῶ ἦταν ἡ μάντρα, ἡ αὐλόπορτα ἡ μεγάλη, καί στίς δύο κρεβατοκάμαρες εἶχε δύο παράθυρα πού ἔβλεπαν στόν δρόμο. Καθόμασταν στόν δρόμο καί περίμενα τά κορίτσια ν’ ἀκούσουμε τόν Γούναρη ἀπό τό ραδιόφωνο πού ἦταν στό ἔπιπλο μέσα στό σπίτι μου. Μετά πηγαίναμε μέ κέφι στό σχολεῖο. Δέν ὑπῆρχε καί τίποτε ἄλλο νά κάνουμε. Ὁ Γούναρης ἦταν ὁ πρῶτος καί καλύτερος τῆς ἐποχῆς. Τά τραγούδια του ἦταν διαφορετικά.

Τά τραγούδια τῶν ἄλλων ἦταν σάν καντάδες, ἐνῶ τοῦ Γούναρη ἦταν μέσα σέ ὅλα, ἐλαφρολαϊκά… Ἕνα βράδυ ἔφαγα τό ξύλο τῆς ἀρκούδας ἀπό τόν πατέρα μου λόγῳ τοῦ Γούναρη. Μοῦ εἶπε ὁ θεῖος μου ὅτι τραγουδάει ὁ Γούναρης γύρω στά μεσάνυχτα στό Ἄλσος Νέας Σμύρνης, τό 1952. Τραγουδοῦσε ἐκεῖ μία φορά τήν ἑβδομάδα ἤ μία φορά τόν μῆνα. Θά ἔρθεις νά σέ πάρουμε μαζί; μέ ρώτησαν. Θά ἔρθω, εἶπα μέ ἀφέλεια. Ἦταν τέτοια ἡ λαχτάρα μου νά δῶ τόν Γούναρη, πού δέν εἶπα τίποτα στούς γονεῖς μου, καί μόλις γυρίζω, ποῦ σέ πονεῖ καί ποῦ σέ σφάζει! Τό Ἄλσος εἶχε ἕνα δωμάτιο πού ἄλλαζαν οἱ καλλιτέχνες καί εἶχε ὁρισμένα καθίσματα πού ἄν προλάβαινες καθόσουν, ἄν ὄχι ὄρθιος, στήν τσίτα. Μέ τόν Γούναρη γινόταν πανικός τότε, ἦταν γεμᾶτο τό Ἄλσος. Καί ἐπάνω στήν σκηνή, ἦταν μόνος μέ τήν κιθάρα του…

Ὁ Γούναρης ἔφυγε ἀπό τήν ζωή νεότατος, ἀφήνοντας πίσω του μία σειρά ὑπέροχων λαϊκῶν τραγουδιῶν. Καί μιά ἐποχή, κατά τήν ὁποία μποροῦσες νά διασκεδάσεις ἀκούγοντας γιά μιά κότα στουμπουλή! Οἱ τροβαδοῦροι δέν ὑπάρχουν πιά. Ἄλλαξαν τά γοῦστα, ἡ τεχνολογία φτιάχνει φωνές ἀπ’ τό τίποτα, πού ἔλεγε ὁ Ζαμπέτας. Καί ἡ ζωή συνεχίζεται. Χωρίς τροβαδούρους…

Απόψεις

Πρότασις ἐξαγορᾶς 67% ἕως 80,84% τῆς Euroxx ἀπό τήν Optima bank

Εφημερίς Εστία
Τήν ὑποβολή μή δεσμευτικῆς προτάσεως γιά τήν πιθανή ἀπόκτηση πλειοψηφικοῦ ποσοστοῦ μετοχῶν τῆς ἑταιρείας Euroxx Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ ἀνακοίνωσε ἡ Optima bank.

Συγκίνησε ὁ Πρόεδρος στήν Μάνη: Ὑπό βροχήν στήν παρέλαση γιά τούς ἥρωες

Εφημερίς Εστία
Ἀπέρριψε εἰσήγηση περί ἀναβολῆς μέ τήν φράση «νά γίνει κανονικά» καί στάθηκε ὄρθιος ἐπί μισή ὥρα μέ ἰσχυρούς ἀνέμους

Τό modus operandi Ἀποδίδει γιά λίγο, σέ στιγματίζει γιά πάντα

Μανώλης Κοττάκης
ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ πρέπει νά τίς κερδίζεις στό φῶς τῆς ἡμέρας μέ τίμιο τρόπο. Ὄχι μέ κτυπήματα κάτω ἀπό τήν ζώνη.

Κλῖμα ἐντάσεως μέ τήν Ἑλλάδα καλλιεργεῖ ἡ Ἄγκυρα

Εφημερίς Εστία
Στήν καλλιέργεια κλίματος ἐντάσεων μέ τήν Ἑλλάδα προχωρεῖ ἡ Ἄγκυρα, μέ ἀναλύσεις τοῦ πρακτορείου Anadolu οἱ ὁποῖες ἐπικεντρώνονται στήν ἀνάπτυξη ἀμυντικῶν συστημάτων ἀπό τήν χώρα μας σέ νησιά τοῦ Αἰγαίου καί στήν Κύπρο.

Γιά νά θυμόμαστε ποιοί μᾶς προστάτευαν!

Δημήτρης Καπράνος
Παρακολουθῶντας τήν σειρά τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Ἀλέξη Παπαχελᾶ γιά τήν πορεία καί κατάληξη τῆς «17Νοέμβρη», διαπιστώνει κανείς μερικά πράγματα, πού δείχνουν τήν νοσηρότητα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.