Ἀπό τά πράσινα μάτια στήν Παπαλάμπραινα

Πάει κι αὐτή ἡ ἀποκριάτικη περίοδος. Οὔτε πού τήν πήραμε χαμπάρι.

Κι ἄν δέν ἦταν τά Καρναβάλια στήν Πάτρα, τό Μοσχᾶτο, τήν Ξάνθη καί ὅπου ἀλλοῦ (μέ τό βραζιλιάνικο πάντως στοιχεῖο νά ἔχει ἐπικρατήσει παντοῦ) οὔτε πού θά τό παίρναμε χαμπάρι τό καρναβάλι.

Ποῦ εἶναι ἐκεῖνα τά χρόνια, πού καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῶν Ἀπόκρεω εἴχαμε κάθε τόσο γλέντια καί τραγούδια, χορούς καί μασκαράτες, πανηγύρια καί σόκιν ἀνέκδοτα…

Καί ὄχι, φυσικά, τίποτε λουκούλλεια γεύματα. Ἡ παρέα καί τό γλέντι εἶχαν τόν πρῶτο λόγο. Κάθε οἰκογένεια ἔφερνε τό κατιτίς της καί τό τραπέζι γέμιζε λιχουδιές. Φάβα, σαλάτες, ἀλίπαστα, ἀλλαντικά, κανά-δυό ταψιά ψητό μέ πατάτες (ψημένα στόν φοῦρνο τῆς γειτονιᾶς) καί, φυσικά, νταμιζάνες μέ καλό κρασί, ἀγορασμένο ἀπό τόν «καρβουνιάρη». Τότε, ὅλα τά «καρβουνιάρικα» πουλοῦσαν καί κρασί!

Στό δικό μας τό σπίτι, εἴχαμε πάντα γλέντι τήν Τσικνοπέμπτη. Γέμιζε τό σαλόνι ἀπό φίλους καί συγγενεῖς, καί ὁ χορός ἔδινε κι ἔπαιρνε. Βάζαμε κι ἐμεῖς οἱ μικροί τά δικά μας δισκάκια στό πικάπ (κάτι ρόκ ἔντ ρόλλ, κάτι μάμπο καί σάμπες), ἀλλά ὅταν ἄρχιζαν τόν χορό οἱ μεγάλοι κάναμε στήν ἄκρη.

Συνήθως ἄρχιζαν ὅλα μέ μιά «Κομπαρσίτα», πού τήν χόρευαν τά ζευγάρια στήν πίστα, δηλαδή στό μεγάλο χώλ τοῦ σπιτιοῦ μας, στρωμένο μέ ἕνα περίτεχνο μωσαϊκό, πού περιεῖχε καί κοχύλια ἀπό τήν θάλασσα!

Ὕστερα χόρευαν καί κανά-δυο βαλσάκια, συνήθως τό «Ἄστα τά μαλλάκια σου ἀνακατεμένα» καί τό «Padam» μέ τήν Ἐντίτ Πιάφ, πού ἄρεσε στόν πατέρα μας. Κι ἀφοῦ τέλειωναν μέ τά εὐρωπαϊκά, ἔπεφτε στό πικάπ τό πρῶτο καλαματιανό. «Στῆς ἀκρίβειας τόν καιρό, ἐπαντρεύτηκα κι ἐγώ.» Καί δώσ’ του χορός κυκλωτικός, γιά νά ἀκολουθήσουν τά ἑπόμενα. «Σέ γέλασε, Παρασκευούλα μου, σέ γέλασε τό δημαρχόπουλο.» Βρέ, τί τραβοῦσε αὐτή ἡ Παρασκευούλα, πού «εἶχε ἀμπέλια στή Βλαχιά, σπίτια στό Βουκουρέστι», ἀλλά τό δημαρχόπουλο τήν κορόιδεψε καί δέν τήν πῆρε! Κι ὕστερα, ἀκολουθοῦσε «ἀπό τήν πόρτα σου περνῶ ὡραῖα Ἀγιώτισσα κι ἀπό τήν γειτονιά σου κόρη μέ τῇς ἐλιές.» Κι ἐγώ σκεφτόμουν πῶς μπορεῖ νά εἶναι ὄμορφη μιά γυναῖκα γεμάτη ἐλιές! Καί κατέληγα στό συμπέρασμα, ὅτι θά εἶχε προῖκα τίποτα ἐλαιῶνες! «Θά πάρω ἀεροπλάνο, ὡραία, Ἀγιώτισα, γιά νά ’ρθω νά σέ πάρω» τραγουδοῦσε ἡ ὁμήγυρις, κι ἐμεῖς ἀναρωτιόμασταν ἄν ἔχει ἀεροδρόμιο τό Αἴγιο!

Κι ὅταν τελείωνε ὁ σεληνιασμός μέ ὅλα τά καλαματιανά, τά συρτά, ἀλλά καί κανά-δυό τσάμικα, τήν «Ἰτιά, λουλουδιασμένη» και τήν «Παπαλάμπραινα», γιά νά χορέψει ὁ πατέρας μου καί νά σφυρίξει κλέφτικα, ἐρχόταν ἡ ὥρα τῆς δοκιμασίας.

«Δημητράκη, στή θέση σου.» Ἡ «θέση μου» ἦταν τό πιάνο «Lyon and Healy», μιά παλιά ἀμερικάνικη πιανόλα πού εἶχε γίνει πιάνο καί ὁ μπαμπᾶς, μέ μιά ψιλή σφαλιαρίτσα, ἔδινε παραγγελιές. Κι ἄρχιζα μέ τόν «Γεροδῆμο», γιά νά κλείσει ὁ ἰατρός μέ μιά κορώνα «Ἀμάααααν» κι ὕστερα ἔπαιζα «δύο πράσινα μάτια μέ μπλέ βλεφαρίδες» πού τραγουδοῦσε ἡ κυρία Ἑλένη, πού οὔτε πράσινα μάτια εἶχε οὔτε μπλέ βλεφαρίδες διέθετε.

Ἦταν ὄμορφα, ὅμως. Καί τά σκέφτομαι τώρα, πού μέ τόσους μασκαρᾶδες γύρω μας, δέν καταλαβαίνουμε Ἀποκριά!

Απόψεις

Ὑπονομεύουμε τό διεθνές μας κῦρος

Εφημερίς Εστία
ΑΝΤΙ γιά τήν Τζέντα, ὅπως ἀρχικά εἶχε σχεδιασθεῖ ἡ ὑπογραφή τοῦ Τριμεροῦς Ἀμυντικοῦ Συμφώνου Σαουδικῆς Ἀραβίας – Τουρκίας – Πακιστάν ἔγινε στήν Μέκκα, στήν ἱερώτερη πόλη τοῦ Ἰσλάμ

Ὅταν τά παιδιά λένε μόνο ἀλήθειες…

Δημήτρης Καπράνος
Συναντηθῆς μου ὁ Γιῶργος, πρώην τηλεμαχητής στόν ΟΤΕ

Πέμπτη, 11 Αὐγούστου 1966

Εφημερίς Εστία
Πρό 60 ετων

Πῶς οἱ baby boomers διεμόρφωσαν καί ἐπεβάρυναν τό μέλλον τῶν νέων

Εφημερίς Εστία
Οἱ νέοι Εὐρωπαῖοι ἀντιμετωπίζουν δυσκολώτερη πρόσβαση στήν κατοικία καί ὑψηλότερη φορολογική πίεση, καθώς ἡ γήρανσις τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνει τίς δαπάνες γιά συντάξεις καί κοινωνική πρόνοια

Κώστας Βαρώτσος: «Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης και να μην κοιτάζεις την ιστορία και τον πολιτισμό»

Εφημερίς Εστία
Ο δημιουργός του «Δρομέα» ξεδιπλώνει μια πορεία που ξεκινά από την αμμουδιά της Κουρούτας και φτάνει σε εμβληματικά έργα σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για την τέχνη που ανήκει στο πλατύ κοινό, για τις εποχές που αλλάζουν και για την ανάγκη να συνεχίζεις - ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν