Συναντηθῆς μου ὁ Γιῶργος, πρώην τηλεμαχητής στόν ΟΤΕ
Συμμαθητές, φίλοι ἀχώριστοι, ἀπ’ τό σχολείων μέχρι καί σήμερα, πού ἀνταμώνουμε συχνά καί θυμόμαστε τά παλιά μέ πικρία. Ἔχουμε ἀρχίσει ἀπό φοιτητές, στήν «Φαντασία» μέ τόν «γλυκό βραστό», καί φθάσαμε στό σήμερα, μέ τόν ἐγγονό…».
Μαζί καί στήν ζωή, ἀλλά ἔχασε πρίν ἀρκετά χρόνια τήν κυρά, τήν ἔφαγε ἡ πα- λιοαρρώστεια καί ἔμεινε μόνος, ἀλλά μέ τίς δυό κόρες θηρία δίπλα του, καί τώρα ἔχει καί δυό ἐγγόνια κορίτσια, στήν ἡλικία τῆς δικῆς μου.
Καί, γιά νά λέμε τήν ἀλήθεια, εἶναι κι ὡραῖος ἄντρας. Σχεδόν μέ πλησιάζει!
Μέ τό μαλλί μόλις νά γκριζάρει, φαί- νεται νεώτερος σέ ὅλη τήν παρέα, πού ἔχουμε ὅλοι ἄσπρειες ἀπό τά πανηγύρια! «Καλοζωισμένος τοῦ λόγου σου, μάζεψε στό Δημόσιο, ὅλο καθιστοί τοῦ λέει ὁ ἕνας, εὐτραπελία ρίχνει ὁ ἄλλος, τόν πειρά- ζουμε, ἀλλά θεάθιος κάθε πρωί περπατά- ει πέντε χιλιόμετρα, κάνει καί «βαριάσα», κάνει καί σουηθική, μέ χαρά κρατιέται.
Νά μήν σᾶς πῶ ὅτι πρέπει νά ἔχει καί ἐπιτυχίες στό γυναικείο φίλο, ἀλλά δέν μᾶς τά λέει, τά μαθαίνουμε «ἀπό σπόντα».
Νά τήν πάρο, καί πετάει ἀπό τήν χαρά της πού θά ἔχει παρέα τίς ἐγγόνες τοῦ φίλου μου. Καί πάμε στήν ποιία καί κόκκινα μπάνιο τά κορίτσια, κόκκινα κι ἁλυσίδες, καί εἶναι ἀπέναντί μιά κυρία, τόπος, ὡραία καί δυνατή καί καλοκοιτία τόν Γιώργο.
Καί τοῦ κλείνω τό μάτί ἀγάλως χαμογλάκι. Καί τοῦ πιάνει τήν καβιᾶτη κι κυρία, καί σέ ἀράδο πού εἶναι τά κοπιάτικο σας (θά ἀπό τάζας) φοράς), καί σπό σέ θρα ζεναδιά καί τέτοια. Κά θεά πού ὁ Γιώργος ἔχει ἄρτισει νά «παίζει», φωνάζει ἡ ἐγγονή του: «Γιαππούουουουι…».
Καί κοκκινίζα ὁ Γιώργος καί χαμογελίαν ἡ κυρία καί χαλάει ὅλη ἡ σκηνή. Ἐμένα δέν μοῦ τό βγάζεις ἀπό τό μυαλό ὅτι ἡ ἐγγονή τό φώναξε σέ ἔπί τούτου. Χαμογελώ ἀμήχασε, ψάχνω νά βρῶ ἕνα πούρο ἀπό τά δυό «Ἀβάνας» πού ἧχα φέρω μαζί μου, γιά νά τοῦ δώσω, ἀλλά, ἀμήχασε καί θάσεις, μοῦ λέει, μέ τά μάτια χαμηλά: «Γιατί, ψάματα εἶπε τό παιδί»… Κολό ὀπλούπιο καλοκαίρι, ἀγαπητοι…
Καί κοκκινίζα ὁ Γιώργος καί χαμογελίαν ἡ κυρία καί χαλάει ὅλη ἡ σκηνή. Ἐμένα δέν μοῦ τό βγάζεις ἀπό τό μυαλό ὅτι ἡ ἐγγονή τό φώναξε σέ ἔπί τούτου.
Χαμογελώ ἀμήχασε, ψάχνω νά βρῶ ἕνα πούρο ἀπό τά δυό «Ἀβάνας» πού ἧχα φέρω μαζί μου, γιά νά τοῦ δώσω, ἀλλά, ἀμήχασε καί θάσεις, μοῦ λέει, μέ τά μάτια χαμηλά: «Γιατί, ψάματα εἶπε τό παιδί»…
Κολό ὀπλούπιο καλοκαίρι, ἀγαπητοι…

