Ἦταν ἐνα τραγούδι σέ μουσική τοῦ μεγάλου Βασίλη Τσιτσάνη καί στίχους τοῦ Νίκου Ρούτσου (ὁ ἄνθρωπος πού ἔγραφε τό «Γκαούρ-Ταρζαν»).
Κυκλοφόρησε τό 1958 καί τραγουδοῦσε ἡ περίφημη Μαριάννα Χατζοπούλου, ἕνα κορίτσι μέ μειωμένη ὅραση, ἀλλά βελούδινη φωνή. Τό τραγούδι ἔλεγε «Ἡ μάνα μου μέ δέρνει, καλέ μου, καί πονῶ / μέ δέρνει, μέ σκοτώνει, γιατί σέ ἀγαπῶ»…
Πῶς μοῦ ἦλθε τώρα στό μυαλό, εἶναι λίγο περίεργο. Τό θυμήθηκα διαβάζοντας ὅτι ἡ κυρία Ἀχτσιόγλου, ἡ ὑπουργός τοῦ Ἀλέξιου ἐπί ΣΥΡΙΖΑ, ἡ ὁποία παραιτήθηκε ἀπό τόν ΣΥΡΙΖΑ τοῦ Στέφανου Κασσελάκη (τόν ὁποῖο Στέφανο τόν ἐφόρεσε καπέλο στό κόμμα ὁ Ἀλέξης) καί προσεχώρησε στήν Νέα Ἀριστερά, ἀσκῶντας κριτική καί στόν πρώην Πρωθυπουργό, παραιτήθηκε προχθές ἀπό τό βουλευτικό ἀξίωμα καί πῆρε, ἥσυχα-ἥσυχα, θέση ἔξω ἀπό τό γραφεῖο συνεντεύξεων τοῦ νέου κόμματος, τό ὁποῖο ἵδρυσε ὁ τέως προϊστάμενός της.
Ἄν ἔχετε ἤδη μπερδευτεῖ μέ ὅσα διαβάσατε, σκεφθεῖτε πόσο κοπίασε ὁ γράφων γιά νά τά φέρει βόλτα. Μέ δυό λόγια, ἡ «συνταγή» τοῦ νέου κόμματος εἶναι πολύ ἁπλῆ.
«Ἔχω ὅλη τήν ἄνεση νά κινηθῶ, σέ ἕναν χῶρο πού ἔχει ἤδη ἀφ’ ἑαυτοῦ διαλυθεῖ. Τό μόνο πού μπορεῖ νά συμβεῖ εἶναι νά κερδίσω τό μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ ἐν λόγῳ χώρου καί –ἄν τά καταφέρω ἀπό τώρα– νά διασπάσω καί τό “Κέντρο” πού ἔχει μετακομίσει στήν Νέα Δημοκραία». Ἁπλῆ, πολύ ἁπλῆ σκέψη, ἀλλά πλήρως λογική, σέ μιά περίοδο πού ὁ πολιτικός πέραν τῆς ΝΔ χῶρος ἔχει γίνει «ἀριάνι», ὅπως ἀποκαλοῦσε ἡ γιαγιά μου τό πολύ ἀραιό γιαούρτι…
Κι ὅπως ὅλοι βλέπουμε, ἡ σκέψη αὐτή τοῦ Ἀλέξιου (πιθανῶς καί νά μήν εἶναι δική του, ἀλλά κάποιων εὐφυῶν πολιτικῶν συμβούλων) μέχρι στιγμῆς λειτουργεῖ μιά χαρά. Τό προϊόν ἑδραιώνεται βαθμηδόν στήν δεύτερη θέση, μειώνει –κατά τό δυνατόν– τήν διαφορά ἀπό τόν πρῶτο, περιμένει τό «κόμμα Σαμαρᾶ», τό ὁποῖο, ὅπως καί νά ἔχει, κάτι θά «κόψει» ἀπό τήν ἐπί ἑπτά χρόνια κυβερνῶσα παράταξη, καί ἐλπίζει ὅτι στίς δεύτερες (ἐάν ὑπάρξουν) ἐκλογές τά ἀπομεινάρια τοῦ αὐτοχειριασθέντος ΠΑΣΟΚ θά περάσουν στήν δική του πλευρά καί θά διεκδικήσει ἐπί ἴσοις ὅροις τήν πρωθυπουργία.
Βεβαίως, δύσκολο νά διανοηθεῖ κανείς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχασε τίς ἐκλογές ἀπό τόν Ἀλέξιο θά γίνει ἡ αἰτία τῆς ἐπιστροφῆς του στήν ἐξουσία, ἀλλά «ἄβυσσος ἡ ψυχή τοῦ πολιτικοῦ», πού λένε οἱ παλαιότεροι…
Βρισκόμαστε λοιπόν ἐνώπιον ἑνός ἐνδιαφέροντος θέρους! Μέ τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ κλειστά, μέ τόν πληθωρισμό νά ἀνεβαίνει, μέ τήν ἀπειλή μιᾶς ἀκόμη μεγαλύτερης κρίσεως νά ἐπικρέμαται έπί τῆς κεφαλῆς μας, «ἡμεῖς ἄδομεν», ὡς συνήθως.
Τό ὅλον σκηνικόν συμπληρώνουν οἱ κάθε λογῆς «ἀδικημένοι» καί «παραγκωνισμένοι», οἱ ὁποῖοι σέ κάθε εὐκαιρία θυμίζουν σέ ἐκείνους πού θεωροῦν ὑπαιτίους γιά τήν περιθωριοποίησή τους τό μοτίβο «ἐμένα ἄφησες ἔξω ἀπό τό παιγνίδι; τώρα θά δεῖς!».
Οἱ «ἀδικημένοι» λοιπόν, ἀπό ὅποιο «μετερίζι» βρεθοῦν, ἐξαπολύουν μύδρους, μέ πύρινα ἄρθρα καί συνεντεύξεις, κατά τῶν χώρων τούς ὁποίους μέχρι πρό τινος στήριξαν.
Ὅπως βλέπετε, ὁδεύουμε πρός ἕνα θερμό καλοκαίρι καί εἶναι ἀμφίβολον ἐάν ἡ Διεθνής Ἔκθεση Θεσσαλονίκης θά ἀποτελέσει ἀφετηρία γιά ἕνα πιό ἥσυχο φθινόπωρο. Καλό κουράγιο…

