Παρακολουθῶ ποδόσφαιρο πό μικρό παιδί.
Εἶμαι φανατικός φίλος τοῦ σπόρ καί πάντα τό παρακολουθῶ, ἀνεξαρτήτως ὀπαδικῶν καί λοιπῶν προτιμήσεων. Ἔχω δεῖ ἀλησμόνητα παιγνίδια Παγκοσμίου Κυπέλλου, ἀπό τό 1966 μέχρι σήμερα.
Εἶδα τό γκόλ-φάντασμα τοῦ Τζέφ Χέρστ στόν ἀγῶνα Ἀγγλίας-Γερμανίας 4-2 τοῦ Γουέμπλεϊ, τό ’66, εἶδα ὅλα τά μάτς τοῦ (καλύτερου μέχρι σήμερα, κατά τήν γνώμη μου) Παγκοσμίου Κυπέλλου στό Μεξικό τό ’70 καί ἀπό τότε μέχρι σήμερα δέν ὑπῆρξε μάτς σέ Παγκόσμιο Κύπελλο πού νά μήν τό ἔχω δεῖ.
Οὔτε μιά στιγμή δέν εἶπα «μπράβο» στόν Μαραντόνα γιά τό γκόλ πού σημείωσε μέ τό χέρι κατά τῆς Ἀγγλίας καί θεωρῶ ὅτι ἐκεῖνο τό μάτς τό κέρδισε ἡ Ἀργεντινή μέ δόλιο τρόπο, ἀσχέτως τοῦ ἄν πιστεύω ὅτι ὁ Μαραντόνα ὑπῆρξε ποδοσφαιρική ἰδιοφυΐα, ἀλλά ὄχι ἀνώτερος τοῦ Πελέ καί τοῦ Μέσι.
Μέ τό πού ὁ «ἄσχετος» Γερμανός προπονητής ἀποφάσισε νά παίξει «ταμπούρι» ἔπειτα ἀπό τό «δροσιστικό διάλειμμα», εἶπα στούς φίλους μέ τούς ὁποίους βλέπαμε τό μάτς, «ὁ Γερμανός τό ἔχασε τό παιγνίδι».
Θεωρῶ τήν νίκη τῆς Ἀργεντινῆς ἀπολύτως δικαία, ὅσο καί ἄν στό πρῶτο ἡμίχρονο οἱ Ἀργεντινοί ἦταν… οἱ γνωστοί Ἀργεντινοί, μέ τήν ἀνοχή τοῦ Ἀμερικανοῦ διαιτητῆ.
Ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἔπειτα ἀπό τό διάλειμμα δροσιᾶς, σέ ἕνα γήπεδο κλειστό, μέ τόν κλιματισμό στό «τέρμα», σκέφθηκα ὅτι «θά ἰσοφαρίσουν οἱ Ἀργεντινοί καί ἄν δέν κερδίσουν, στήν παράταση οἱ ἤδη κατάκοποι Ἄγγλοι δέν θά μποροῦν νά περάσουν τό κέντρο μέ πέντε… “ξυλοκόπους” στήν ἄμυνα». Εὐτυχῶς, σημειώθηκε τό δεύτερο γκόλ καί δέν ξενυχτήσαμε ἀδίκως.
Διάβασα, ὅμως, ἕνα κείμενο τοῦ Θεόδωρου Πέππα, ἐπίσης «παλαιότατου» φίλου τοῦ ποδοσφαίρου, μέ τό ὁποῖο συμφωνῶ ἀπολύτως καί τό φιλοξενῶ εὐχαρίστως.
«Ἡ Ἀργεντινή κέρδισε χτές δικαιότατα –γιά νά μήν πιάσετε κλισέ, ἐπαναλαμβάνω: δικαιότατα– τήν Ἀγγλία. Ἦταν ἀτομικά, ὁμαδικά, ψυχικά καί προπονητικά ἡ καλύτερη ἐμφάνισή της στό τουρνουά, ἐνῶ ἡ Ἀγγλία ἀτομικά, ὁμαδικά, ψυχικά καί προπονητικά ἔκανε τή χειρότερή της. Τελεία.
Ἁπλᾶ νομίζω, προσωπική ἡ γνώμη φυσικά, ὅτι τό “πανό” αὐτό μέσα στούς (δικαιότατους – τό ξαναλέω) πανηγυρισμούς των ἦταν ὄχι τόσο “πατριωτικό” ὅσο μᾶλλον προσβλητικό γιά τίς 649 ἀργεντίνικες ψυχοῦλες πού χάθηκαν. Δέν ἦταν χθές, σέ ἕναν ποδοσφαιρικό ἀγῶνα, διακύβευμα ἡ κυριότητα τῶν νησιῶν, ἀλλά μιά θέση στόν Τελικό. Ἄν ἦταν ἔτσι, κάθε φορά πού ἡ Γερμανία κερδίζει τή Γαλλία θά διεκδικεῖ την Ἀλσατία ἤ ἐμεῖς τήν Κωνσταντινούπολη ὅταν ὁ Ὀλυμπιακός κέρδισε τή Φενέρ Μπαξέ.
Βρίστε, amigos gauchos, ὅσο θέλετε, ὅποια χώρα ἤ ὅποιον παίκτη ἀντιπαθεῖτε – θεμιτό, ἄν καί ὄχι πολύ… φίλαθλο (νά δῶ πότε θά βάλουν μυαλό οἱ “κόπανοι” πού ἀποδοκιμάζουν ἐθνικούς ὕμνους, ἱερό σύμβολο γιά κάθε χώρα, νά ἐξευτελίζονται ἀπό τά “ὄρκ” τῶν ἀπέναντι – κάτι πού ἔγινε καί προχθές – ἀπό ἀμφοτέρους) .
Ἄν θέλετε νά ἐμπλουτίσετε τό λεξιλόγιό σας, περιηγηθεῖτε τά ἑλληνικά ΜΜΕ, ἐμεῖς ὑβρίζουμε πιό… παγκοσμιοποιημένα – καί τόν Μέσι καί τόν Κριστιάνο κι ἄς μήν πολεμήσαμε μέ Ἀργεντινή ἤ Πορτογαλία.
Ἀλλά μήν ἀνακατεύετε νεκρούς,… εἶναι πιό ἱεροί ἀπό τή φανέλα καί τοῦ Μέσι καί ἀπό τήν ἀγορασμένη “ἐμφάνιση ἀπό μπουτίκ”.
Δέν νομίζω οἱ χῆρες ἤ τά ὀρφανά τῶν ναυτῶν τοῦ Belgrano νά αἰσθάνθηκαν ὅτι πέρασε ὁ πόνος τους μέ τό γκόλ τοῦ Λαουτάρο!»…

