Ἔλαβα μήνυμα ἀπο ἕναν φίλο, ὁ ὁποῖος μέ ρωτοῦσε ἐαν ἔχω παλαιά περιοδικά.
Ἄν ἔχω «Κόμικς», «Μίκυ μάους», «Γκαούρ-Ταρζάν», «Γκρέκο», «Μικρό ἥρωα», «Κλασσικά εἰκονογραφημένα» καί ἄλλα ἔντυπα αὐτοῦ τοῦ εἴδους.
«Τά ἀγοράζω, ἐάν ἐνδιαφέρεσαι νά τά πουλήσεις» μοῦ ἔγραφε.
Μέ ξύπνησε ἀπό λήθαργο τό μήνυμά του. Προφανῶς εἶναι συλλέκτης, προφανῶς βλέπει κάτι πού δέν βλέπουμε οἱ ἄλλοι, προφανῶς σκέπτεται διαφορετικά καί… προφανέστατα μέ ἔστειλε νά σκαλίζω συρτάρια, μπαούλα καί ἄλλες κρύπτες τοῦ γραφείου καί τοῦ σπιτιοῦ μου.
Ὄχι, φυσικά, γιά νά βρῶ καί νά τοῦ πουλήσω τά ἔντυπα πού ζητᾶ, ἀλλά γιά νά δῶ, νά θυμηθῶ, νά γυρίσω λίγο πίσω!
Κι ἔψαξα καί, ἀπ’ ὅ,τι κατάλαβα, δέν γύρισα πίσω, ἀλλά… ἐμπρός! Ἔφθασα, δηλαδή, στήν στιγμή πού μπορεῖ νά φθάσει ὁ καθένας, ὅταν θά νιώσει τήν ἀνάγκη νά θυμηθεῖ «πῶς ἦταν ὁ κόσμος του»…
Καί, ξαφνικά, βρέθηκα νά διαβάζω γιά τόν «Παράξενο Ἀδάμ», τόν διαστημικό ἥρωα ἀπό ἄλλο πλανήτη, γιά τόν «Σούπερμαν», τό παιδί ἀπό τόν πλανήτη Κρύπτον, τούς «Ἀθλίους» τοῦ Οὐγκώ σέ μιά καταπληκτική εἰκονογράφηση (τί μορφή ἐκεῖνος ὁ Ἰαβέρης, μέ τό ἡμίψηλο καί τίς φαβορίτες), τήν «Μάχη τοῦ Μαραθῶνος», σέ ἀπόδοση τοῦ Βασίλη Ρώτα, μέ ἐκεῖνα τά «περσικά», πού τά θυμᾶμαι ἀκόμη («σαχλούτς-τσαπούρ» καί «σουρτζούκ-μουρτζούκ»), τόν «Ἰβανόη» καί τούς «Τρεῖς Σωματοφύλακες». Κι ὕστερα, τόν «Γκρέκο», τό Ἑλληνόπουλο πού ἔπαιζε μπάλα στήν Βραζιλία μέ τήν «Τόρεντ» καί εἶχε συμπαίκτη ἕναν Ἰνδιάνο, τόν «Γκαούρ», τό Ἑλληνόπουλο πού, μαζί μέ τόν Ἐγγλέζο Ταρζάν, διαφέντευαν τήν ζούγκλα (ὁ Ταρζάν εἶχε τήν Τζέιν γιά παρτεναίρ καί ὁ Γκαούρ τήν… Ταταμποῦ, ἐνῷ ὑπῆρχε καί ὁ Ποκοπίκο) καί, φυσικά, τόν Γιῶργο Θαλάσση, τήν Κατερίνα, τόν Σπίθα, τόν Διαβολάκο καί τό Ζουζούνι, τήν ὁμάδα-θρῦλος, πού κατατρόπωνε Γερμανούς, Ἰταλούς καί Βουλγάρους κατακτητές, μέσα ἀπό τά μικροσκοπικά τεύχη πού ὑπέγραφε ὁ Στέλιος Ἀνεμοδουρᾶς!
Πόση φαντασία, πόση δύναμη, πόσο μυαλό, πόσες χιλιάδες ἐπί χιλιάδων ὧρες, γιά νά φθάσουν στά χέρια μας ἐκεῖνα τά ὑπέροχα ἔντυπα, σέ μιά ἐποχή πού διαβάζαμε! Σέ μιά ἐποχή πού μαθαίναμε καί δέν ἀποστηθίζαμε ἁπλῶς.
Πραγματικά, πρόκειται γιά θησαυρούς. Καί κάτι ξέρει ὁ φίλος μου, πού ἔχει ἀρχίσει νά μαζεύει τά ἔντυπα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
Ἄ, ξέχασα τόν Μίκυ, τόν Γκούφυ, τόν Πλοῦτο, τόν Ντόναλντ, τόν Σκρούτζ, τόν Κῦρο, ἀπίθανες μορφές τῆς δυναστείας τοῦ Ντίσνεϊ.
Ποιός ἀπό τούς παλιότερους δέν θυμᾶται ὅτι πρίν ἀπό τήν ταινία στά σινεμά εἶχε «Μίκυ μάους»;
Βρέ σέ τί μπελᾶ μέ ἔβαλε ὁ φίλος μου! Βρέθηκα, ξαφνικά, νά ξεφυλλίζω τόν «Ὄλιβερ Τουΐστ». Τί εἰκονογράφηση, Θεέ μου! Τί μορφές ἦταν ἐκεῖνες! Ὁ Φέιγκιν, τί φοβερή φάτσα, ἐκείνη ἡ αὐλή μέ τά χαμίνια! Κι ὅλα αὐτά χωρίς ὀθόνη, χωρίς ἦχο! Σέ ἄφηνε τό ἔντυπο νά πλάσεις μέ τήν δική σου φαντασία ἐκείνη τήν ἐποχή καί ὄχι νά σ’ τήν ἐπιβάλει μέ εἰκόνα καί ἦχο μιά ὀθόνη κινητοῦ τηλεφώνου, ὅπως γίνεται σήμερα.
Βρέ δουλειά πού μέ βρῆκε, στά καλά καθούμενα, καί κάθομαι νά τακτοποιῶ ἕνα ἀκόμη ἀρχεῖο!

